Σε ηλικία 90 ετών έφυγε από τη ζωή ο Κύπριος βυζαντινολόγος Αθανάσιος Παπαγεωργίου, εκ των πρωτεργατών της Κυπριακής Αρχαιολογίας. Ήταν μέλος της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών και της Κυπριακής Επιτροπής Βυζαντινών Σπουδών (ΚΕΒΣ). Η κηδεία του τελέστηκε την Πέμπτη.

Ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου γεννήθηκε το 1931 στο κατεχόμενο, σήμερα, Παλαίκυθρο. Σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη βυζαντινή ιστορία και τέχνηστο Παρίσι, όπου μαθήτευσε κοντά στους ονομαστούς βυζαντινολόγους Αντρέ Γκράμπαρ και Πολ Λεμέρλ, στην École Pratique des Hautes Études, στο Faculté des Lettres του Πανεπιστημίου του Παρισιού και στο Collège de France.

Το 1962 διορίστηκε Έφορος Μνημείων στο Τμήμα Αρχαιοτήτων της νεοσύστατης τότε Κυπριακής Δημοκρατίας. Το 1989 προήχθη σε Διευθυντή του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κύπρου, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε το 1991. Καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του στο Τμήμα Αρχαιοτήτων εργάστηκε για την προαγωγή της γνώσης και της έρευνας του πολιτισμού της βυζαντινής και της μεσαιωνικής Κύπρου, αλλά και για τη συντήρηση, προβολή και προστασία μνημείων και έργων τέχνης που μας κληροδότησαν αυτές οι περίοδοι.

Ανέπτυξε πολυεπίπεδη δραστηριότητα στην έρευνα, την ανασκαφή, την προστασία και την αναστήλωση δεκάδων βυζαντινών και μεσαιωνικών μνημείων, καθώς και στην καταγραφή, συντήρηση και μελέτη της ζωγραφικής της Κύπρου (τοιχογραφιών, εικόνων, ξυλογλύπτων κ.ά.).

Το όνομά του έχει συνδεθεί ιδιαίτερα με τις σημαντικές ανασκαφές των βασιλικών στο Μαραθόβουνο και στην Αγία Τριάδα στη Γιαλούσα, καθώς και των βασιλικών της Λιμενιώτισσας και της Χρυσοπολίτισσας στην Πάφο. Στον ίδιο οφείλεται επίσης και η διερεύνηση των πρωτοβυζαντινών φάσεων των ναών του Αγίου Κυπριανού στο Μένοικο και του Αγίου Σπυρίδωνα στην Τρεμετουσιά, αλλά και στη μονή του Αγίου Ηρακλειδίου, όπου εντόπισε την πρώιμη φάση του μνημείου, η οποία ανάγεται στον 4ο αιώνα.

Σημαντική ήταν η συμβολή του στη δημιουργία των συλλογών του Βυζαντινού Μουσείου στο Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’, αλλά και στην ίδρυση του Βυζαντινού Μουσείου της Πάφου. Με την αφυπηρέτησή του εργάστηκε στην Αρχιεπισκοπή Κύπρου και βοήθησε στην καταγραφή των μνημείων και των κειμηλίων τους σε όλη την ελεύθερη Κύπρο. Μεγάλη υπήρξε επίσης η προσφορά του στη διεθνοποίηση του ζητήματος της λεηλασίας και αρχαιοκαπηλίας στο τουρκοκρατούμενο από το 1974 βόρειο τμήμα της Κύπρου. Ανεκτίμητες ήταν οι πληροφορίες που πρόσφερε στη Γενική Εισαγγελία για την ετοιμασία των φακέλων διεκδίκησης εκκλησιαστικών θησαυρών.

Με τις γνώσεις και την εμπειρογνωμοσύνη του συνέβαλε αποφασιστικά στον επαναπατρισμό δεκάδων έργων χάρη στην τεκμηρίωση των κλεμένων θησαυρών της Κύπρου που εμφανίζονταν σταδιακά στις διεθνείς αγορές έργων τέχνης.

Πέρα από μάχιμος αρχαιολόγος πεδίου, ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου ήταν και παραγωγικότατος συγγραφέας, με πολυάριθμες μονογραφίες και άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, πρακτικά συνεδρίων και συλλογικούς τόμους. Η μονογραφία του για τις εικόνες της Κύπρου, η οποία συγκεντρώνει σ’ ένα πλούσια εικονογραφημένο τόμο τα πιο σημαντικά και χαρακτηριστικά παραδείγματα που έχουν σωθεί, συνέβαλε στο να γίνει το corpus γνωστό και προσβάσιμο στη διεθνή επιστημονική κοινότητα και ενέπνευσε πολλούς ερευνητές να ασχοληθούν πιο συστηματικά με την τέχνη, τον πολιτισμό, την κοινωνία και την ιστορία της βυζαντινής και μεσαιωνικής Κύπρου.

Το 2008, στα πλαίσια του Δ΄ Κυπρολογικού Συνεδρίου, η Εταιρεία Κυπριακών Σπουδών τον τίμησε για την προσφορά του στην κυπριακή αρχαιολογία. Τον Οκτώβριο του 2012, το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου διοργάνωσε διεθνές συνέδριο προς τιμήν του. Ο τόμος των πρακτικών είναι αφιερωμένος σ’ αυτόν.

Στις 12 Ιουνίου 2013 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου του απένειμε το χρυσούν παράσημο του Αποστόλου Βαρνάβα, την ανώτατη τιμητική της διάκριση.

Μπακιρτζής: Πέτυχε το σχεδόν ακατόρθωτο

Στον επικήδειο λόγο του εκ μέρους της Ελληνικής Αρχαιολογικής Αποστολής ο Χαράλαμπος Μπακιρτζής ανέφερε ότι ο εκλιπών έφερε εις πέρας το σχεδόν ακατόρθωτο: Οργάνωσε στο Τμήμα Αρχαιοτήτων για πρώτη φορά εξειδικευμένα συνεργεία τεχνιτών και, σε συνεργασία με άλλους αρχαιολόγους, οργώνοντας κυριολεκτικά την Κύπρο, συντήρησε με επιστημονική γνώση και ευαισθησία αρχαία μνημεία. 

«Έχοντας την εμπιστοσύνη της Εκκλησίας της Κύπρου αναστήλωσε επίσης πλειάδα βυζαντινών και μεσαιωνικών εκκλησιών και συντήρησε ψηφιδωτά, τοιχογραφίες και φορητές εικόνες, εποπτεύοντας ο ίδιος τα εργοτάξια και δίνοντας ο ίδιος οδηγίες και κατευθύνσεις, τις οποίες οι αρχιμάστορες εφάρμοζαν πιστά».

«Μπορώ να πω ότι τα αναστηλωμένα εκκλησιαστικά μνημεία της Κύπρου φέρουν την σφραγίδα του Αθανασίου Παπαγεωργίου και της αφοσίωσής του στην Κύπρο και στον ελληνικό και βυζαντινό χαρακτήρα τους» ανέφερε επίσης.

«Δεν είναι μόνον η ακοίμητη φροντίδα και η δουλειά του επί των μνημείων. Δεινός φιλόλογος ο ίδιος δημοσίευσε και σχολίασε ιστορικά περί Κύπρου κείμενα, επιγραφές και Βίους Κυπρίων αγίων. Με πλειάδα ανακοινώσεων σε τοπικά και διεθνή συνέδρια, με βιβλία και πολυάριθμα άρθρα, χαλκέντερος ο ίδιος, ενέταξε τη Βυζαντινή Κύπρο στο γίγνεσθαι της Κωνσταντινουπόλεως, καθιέρωσε διεθνώς τα βυζαντινά μνημεία της Κύπρου, διευκρίνισε τις τοπικές ιδιαιτερότητές τους,  και για πάνω από μισόν αιώνα υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος βυζαντινολόγος αρχαιολόγος της Κύπρου. Η κληρονομιά που ο Αθανάσιος Παπαγεωργίου αφήνει στους νεωτέρους είναι ο αλύγιστος χαρακτήρας του, η πίστη και η συνέπειά του στο καθήκον και το υποδειγματικό του έργο».