Αυτό που συνέβη το μεσημέρι της περασμένης Πέμπτης δεν έχει προηγούμενο.

Τόσα χρόνια κρεμασμένος στον τοίχο του Ζαλόγγου δεν έζησα κάτι ανάλογο. Κατ’ αρχάς να σου πω ότι το φρενοκομείο ήταν ξέχειλο κόσμο.

Ήταν γύρω στις δώδεκα και μισή, αυτή είναι μια ώρα αιχμής που είναι μαζεμένοι οι συνταξιούχοι της Δεξιάς προτού γίνουν άνεμος και καπνός. Έχουν να περιμαζέψουν εγγόνια από σχολεία κι έπειτα να καταλήξουν στα σπίτια τους όπου τους περιμένει κάτι νερόβραστο για μεσημεριανό. Η Λίτσα ετοίμαζε δύο σάντουιτς, ένα για τον Ινδό Καμίρ που εργάζεται στο κουρείο πάρα δίπλα κι ένα για την αφεντιά της.

Από τον Καμίρ δεν παίρνει χρήματα γιατί είναι καλή ψυχή και επιπλέον τον έχει για τα θελήματα. «Καμίρ, πήγαινε να χαρείς στο ταχυδρομείο», «πήγαινε, που να σε δω Μαχαραγιά, στο φαρμακείο» κι άλλα παρόμοια. Κι αυτός πάντα πρόθυμος να βοηθήσει.

Να μην σ’ τα πολυλογώ, τα σάντουιτς ψήνονταν στη μηχανή όταν χτύπησε το σταθερό. Σαν ένας ήχος από το παρελθόν. Σπανίως ηχεί πλέον. Η Λίτσα το σήκωσε λέγοντας βαριεστημένα την τυποποιημένη απάντηση που της έχει επιβάλει ο Λαυρεντιάδης.

Την είπε διότι ο άλλος ήταν παρών και παρακολουθούσε, «εθνικόφρονο σωματείο Ζάλογγο, Δεξιά ενωμένη ποτέ ηττημένη, λέγετε παρακαλώ». Άκουγε τώρα με το ύφος της να κινείται μεταξύ σφοδρής έκπληξης και μεγάλου φόβου. Σε λίγο κατέβασε το ακουστικό σαν να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα υψηλής τάσης.

Πήγε αμελλητί στον Λαυρεντιάδη, σαν ρομπότ, ανακοινώνοντας τα καθέκαστα «πρόεδρε, το Ζάλογγο, αυτό εδώ το άσυλο ανιάτων, απειλείται». Του είπε ότι η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής -μια λεπτή φωνή με χαριτωμένη χροιά- την πληροφόρησε ότι εκπροσωπούσε τη νεοσύστατη αναρχική και χορτοφαγική κολλεκτίβα «Σουρουσούιλα» και ότι έχουν θέσει στο στόχαστρό τους το σωματείο καθότι ακροδεξιό και μισαλλόδοξο.

Η Λίτσα θυμήθηκε μια θεία της υπέρβαρη με κιρσούς που έλεγε παλιά την κυπριακή λέξη «σουρουσούιλα». Αδυνατούσε όμως τώρα να θυμηθεί την ακριβή σημασία. Θα πρέπει να ήταν κάτι καλό επειδή η Τούλα είχε γενικώς μια ιλαρή διάθεση παρ’ όλα τα βάσανά της.

Η φωνή, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν ανδρική, ήταν εν μέρει και γυναικεία, ήταν ας πούμε συμπεριληπτική. Τον ομιλούντα πάντως η Λίτσα τον περιέγραψε αργότερα ως «αγορίτσι» χωρίς καμία απολύτως σκωπτική διάθεση.

Στο τέλος του τηλεφωνήματος πάντως ο συνομιλητής θεώρησε σκόπιμο να διακηρύξει πως το σεξ ανήκει σε όλους, «αυτό ξαναπές το» ανταπέδωσε η Λίτσα.

«Δηλαδή τι απειλή εκτόξευσε;» ρώτησε με δυσπιστία ο Λαυρεντιάδης. «Είπε πως θα μας κάνει να πέσουμε όλοι σαν σύγχρονες Σουλιώτισσες απ’ το Ζάλογγο». «Πρόκειται περί φάρσας, δεσποινίς Λίτσα, δεν έχω ουδεμίαν αμφιβολία».

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του το γερόντιο και μια πέτρα σε μέγεθος τούβλου έκανε θρύψαλα τη δεξιά τζαμαρία στον ημιώροφο. Και το κερασάκι στην τούρτα: χτύπησε για δεύτερη φορά το σταθερό. Το ίδιο τηλέφωνο που ζήτημα είναι αν χτυπάει πεντέξι φορές το χρόνο!

Η καντινιέρισσα έκανε σήμα στον πρόεδρο ότι αδυνατεί να το απαντήσει. Ο Λαυρεντιάδης επέμεινε ότι αυτό εμπίπτει στα καθήκοντά της και πως όφειλε να ανταποκριθεί χωρίς χρονοτριβή. Χέστης, τι περιμένεις.

Συγκέντρωσε, λοιπόν, όσο σθένος της είχε απομείνει και πήγε στο σταθερό. Το σήκωσε όπως θα χάιδευε μια νάρκη, «εθνικόφρονο σωματείο…», «ξέρω πού πήρα» της είπε η ίδια συμπεριληπτική φωνή, σαφώς πιο αυστηρή αυτή τη φορά. «Δεν είναι φάρσα, ηλίθιοι!». Της το έκλεισε.

Η Λίτσα δεν είπε τίποτε. Πήρε μια καρέκλα, την έσυρε στο κέντρο του Ζαλόγγου και κάθισε. «Ανάθεμα την τύχη μου, τριάντα χρόνια με τυραννούν οι δεξιοί και τώρα με πιλατεύει και η Woke agenda! Σε ποιον έφταιξα που βασανίζομαι μια ζωή».  

«Σουρουσούιλα σημαίνει όλοι μαζί, συν γυναιξί και τέκνοις» διευκρίνισε ο Λαυρεντιάδης. «Χέστηκα! Δεν πρόλαβα να κάνω κάτι σαν σεξ και απειλείται η ζωή μου… τι τύχη και η δική μου!» Κατάλαβε αυτοστιγμεί την παρεκτροπή.

Τι χρειαζόταν να πει κάτι τέτοιο δημοσίως; Λόγω ταραχής, προφανώς, αλλά ας έλεγε κάτι άλλο. Ότι παραιτείται, ότι θα κάνει μπότοξ, ότι θα ψηφίσει Volt, βρε αδερφέ.   

«Ηρεμήστε, δεσποινίς Λίτσα, θα ειδοποιήσω πάραυτα την αστυνομία», «έγινε συναινετικά η φάση, πρόεδρε, δεν με πίεσε το παιδί, ήθελα και το έκανα», «αναφέρομαι στο απειλητικό τηλεφώνημα!» ξεκαθάρισε άναυδος ο Λαυρεντιάδης. Δεν υπήρχε πλέον σωτηρία. Η Λίτσα αποφάσισε να σταματήσει να μιλά.

Γι’ αυτό άρχισε να μασά. Πήρε μια συσκευασία πατατάκια, απ’ τα ακριβά, κι άρχισε να τα κατεβάζει ένα-ένα μέχρι να περάσει η ανελέητη μπόρα.  

Ελεύθερα, 19.04.2026