Η 21η Απριλίου 1967 δεν είναι απλώς ένα ιστορικό ορόσημο. Είναι η πιο μαύρη μέρα του σύγχρονου ελληνισμού. Μέρα ερέβους, άραχλη· μνήμη ντροπής. Μια τομή που συμπυκνώνει την κατάπτωση —εθνική, κοινωνική, αλλά και βαθιά ατομική.
Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών δεν υπήρξε απλώς μια εκτροπή από τη δημοκρατική κανονικότητα. Υπήρξε μια συνολική παθολογία. Οι συνέπειές του δεν περιορίστηκαν στα επτά χρόνια της δικτατορίας· υπήρξαν ολέθριες και μακρόχρονες, με κορυφαία κατάληξη την κυπριακή τραγωδία του 1974: το πραξικόπημα στην Κύπρο, η τουρκική εισβολή, η κατοχή που παραμένει μέχρι σήμερα.
Η ιστορική αυτή αλυσίδα δεν μπορεί να ιδωθεί αποσπασματικά. Η χούντα, με την ψευδεπίγραφη ρητορική υπέρ της Ενώσεως, εργαλειοποίησε έναν βαθύ, καταχωνιασμένο πόθο του ελληνισμού. Ένα άρρητο, απωθημένο συναίσθημα μετατράπηκε σε εργαλείο χειραγώγησης. Αντί να οδηγήσει στην εκπλήρωση, οδήγησε στον εμφύλιο σπαραγμό της Κύπρου και άνοιξε τον δρόμο στην εισβολή.
Και εδώ αναδύεται το πιο δύσκολο ερώτημα: γιατί ένα μέρος της κοινωνίας πίστεψε; Γιατί κάποιοι θεώρησαν ότι μια στρατιωτική κυβέρνηση ίσως αποτελούσε διέξοδο από τις στρεβλώσεις της μετεμφυλιακής Ελλάδας; Η απάντηση δεν είναι κολακευτική. Αγγίζει βαθύτερα στρώματα συλλογικής ψυχολογίας: την ένδεια πολιτικής παιδείας, την απογοήτευση, την αυτοαπαξίωση,αλλά και μια επικίνδυνη ροπή προς «σωτήρες».
Ακόμη πιο βαριά, όμως, υπήρξε η μεταγενέστερη διαχείριση της μνήμης και της ευθύνης. Στην Ελλάδα καλλιεργήθηκε, συχνά σιωπηρά, η αντίληψη ότι η δικτατορία ήταν «ξένη» προς τον λαό — άρα και οι συνέπειές της, συμπεριλαμβανομένου του Κυπριακού, δεν τον αφορούν άμεσα. Από το «η Κύπρος κείται μακράν» έως τη ρητή άρνηση εμπλοκής σε πόλεμο με την Τουρκία «για χάρη της Κύπρου», διαμορφώθηκε μια γραμμή απόστασης, αν όχι αποποίησης.
Αυτή η αθηναϊκή ανευθυνότητα δεν υπήρξε απλώς πολιτική στάση· υπήρξε και ηθική απομάκρυνση. Και το τίμημα δεν ήταν μόνο γεωπολιτικό. Ήταν και ψυχικό: για τον κυπριακό ελληνισμό, που ένιωσε εγκαταλελειμμένος· για τον ελλαδικό, που εγκλωβίστηκε σε μια αμφιθυμία μεταξύ ενοχής και άρνησης.
Το βαρύτερο ίσως αποτύπωμα της 21ης Απριλίου δεν είναι μόνο τα γεγονότα που προκάλεσε, αλλά τα συμπτώματα που άφησε πίσω της. Μια διάχυτη μιζέρια, ηττοπάθεια, ένα ιδιότυπο έμφυλο μίσος προς τον ίδιο τον εαυτό. Μια αυτοϋποτίμηση που διαβρώνει τον δημόσιο λόγο και την πολιτική αυτοπεποίθηση. Η πολιτική αυτή παθολογία μοιάζει με αυτοάνοσο νόσημα: το σώμα στρέφεται εναντίον του εαυτού του.
Κι όμως, η ιστορία δεν είναι μονοσήμαντη. Η μεταπολίτευση και ιδίως η δεκαετία του 1980 σηματοδότησαν κρίσιμες τομές. Η άρση των μετεμφυλιακών ανισοτήτων, η αναγνώριση της αντίστασης, η αποενοχοποίηση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας αποτέλεσαν αναγκαία βήματα εθνικής συμφιλίωσης. Στο ίδιο πλαίσιο, η διαμόρφωση του ενιαίου αμυντικού δόγματος Ελλάδας–Κύπρου και η ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου συνιστούν στρατηγικές επιλογές με ιστορική σημασία.
Ωστόσο, οι δεσμοί Ελλάδας και Κύπρου δεν έμειναν αλώβητοι. Σταδιακά χαλάρωσαν — όχι μόνο λόγω απογοήτευσης, αλλά και εξαιτίας πολιτικών επιλογών και στις δύο πλευρές που ενίσχυσαν την καχυποψία και την απόσταση. Από λανθασμένους χειρισμούς έως αντιφατικές στρατηγικές, διαμορφώθηκε ένα τοπίο όπου η κοινή μοίρα συχνά υποχωρεί μπροστά σε συγκυριακές σκοπιμότητες.
Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, η 21η Απριλίου δεν είναι απλώς ένα κεφάλαιο προς ανάγνωση. Είναι μια προειδοποίηση. Ότι η δημοκρατία δεν καταλύεται μόνο από τα τανκς, αλλά και από τις αυταπάτες. Ότι οι εθνικές τραγωδίες δεν γεννιούνται εν κενώ, αλλά μέσα από αδυναμίες, ψευδαισθήσεις και σιωπές. Εύφορο έδαφος της η διχόνοια, η ακραία εσωτερική πόλωση.
Η μνήμη, αν θέλει να είναι χρήσιμη, οφείλει να είναι απαιτητική. Όχι επετειακή. Όχι βολική. Αλλά ακριβής, δύσκολη και —κυρίως— διακριτική.