«Θέλω να τρέξω να πετάξω να χαθώ» και καταλαβαίνω ότι βγήκα με «λάθος» playlist.

Από τα πρώτα λεπτά φάνηκε. Δεν ήταν για ρυθμό. Δεν ήταν για ανάσα. Ήταν για σκέψη.

«Αυτά σκεφτότανε τα βράδια στη δουλειά, κι η γκρίζα αύρα της γινότανε πιο μαύρη».

Κι όμως, έμεινε. Όπως μένει κι αυτή η ατμόσφαιρα γύρω μας.

Από αποκάλυψη σε αποκάλυψη. Από ψίθυρο, σε αμφιβολία, σε βεβαιότητα και ξανά από την αρχή. Από την Άννη, στη Σάντη. Και πάντα μια ηττοπαθής φράση να τα σκεπάζει όλα: «καλά (μω)ρέ…τι περιμένεις; Τίποτε δε θα γίνει». Φράση που λειτουργεί ως κοινωνική βαλβίδα αποσυμπίεσης.

Και συνεχίζουμε. Να «ζούμε τις μικρές μας ιστορίες. Στο κέντρο και τις συνοικίες». Προσωπικές οπτασίες.

Ο καθένας με τα δικά του. Άλλος να βγει ο μήνας. Άλλος που δεν προλαβαίνει να πάει γυμναστήριο. Με τα «προβλήματα του πρώτου κόσμου» λέει και μια γνωστή μου.

Δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Ίδια κόπωση. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο όσα συμβαίνουν. Είναι αυτό που συσσωρεύεται. Η ατμόσφαιρα. Που δηλητηριάζεται.

Παλιά έμενε στα χαμηλά. Σήμερα όχι. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έγιναν επιταχυντές. Η δυσοσμία δεν περιορίζεται – πολλαπλασιάζεται. Δεν τη διαβάζεις απλώς. Τη ζεις. Τη μεταφέρεις. Τη μοιράζεσαι.

Και κάπου εκεί εμφανίζεται η πιο επικίνδυνη φράση: «Κι εμένα τι με νοιάζει; Εδώ έχει πάντα ήλιο». Είτε το λέει ο βολεμένος είτε ο εξαντλημένος, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: αποσύρεσαι.

Ίσως βολεμένος. Ίσως απλώς κουρασμένος. Ίσως τόσο πιεσμένος που δεν έχει χώρο να νοιαστεί για τίποτα πέρα από τα απολύτως δικά του.

Και δεν ξέρεις τι είναι χειρότερο.

Σκέφτομαι εκείνα τα παιδιά στη Λεμεσό. Που τους πλάκωσε η αχορτασιά και η πλεονεξία κάποιων. Τα θύματα που έζησαν και τα θύματα που ζουν «για ένα κομμάτι ψωμί» και που έπρεπε να δώσουν πολλά. «Εχει τους νόμους της αυτή η ιστορία». Ακόμα μια αποτυχία του συστήματος. Αποφάσεις, επιστολές, «λόγια λόγια λόγια.. λόγια ψεύτικα».

Και για πρώτη φορά πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται κάτι που παλιά θα απέρριπτα.

Αν ο γιος μου μου πει να φύγει και να μην επιστρέψει, ίσως του πω «ναι».

Όχι από θυμό.  Από έλλειψη επιχειρημάτων. Γιατί κάποια στιγμή δεν μπορείς να υπερασπιστείς κάτι που δεν εμπιστεύεσαι. Και όταν φεύγει η εμπιστοσύνη, δεν έρχεται η έκρηξη.

Έρχεται η αθόρυβη παράδοση. Και κάπου εκεί πετάγονται φωστήρες και σωτήρες για να μας σώσουν. Εύκολη μα επικίνδυνη φαντασίωση. Θυμίζει και κάτι από γύψο εφταετίας.

Αυτό που χρειάζονται οι Θεσμοί είναι διόρθωση εν πτήσει.

Αλλά για να διορθώσεις κάτι, πρέπει να πιστεύεις ότι αξίζει να σωθεί.

Και αυτό είναι που φθείρεται.

Ζήλεψα την Ελβετία προχθές. Όχι για τον πλούτο. Για την κανονικότητα. Για την εμπιστοσύνη.

Κι εδώ;

Σκόνη στον ουρανό. Κυριολεκτικά και αλλιώς.

Σηκώνω το βλέμμα. Το ασημένιο φεγγάρι δύει. Κάπου αλλού, άνθρωποι κοιτούν από το φινιστρίνι τη σκοτεινή του πλευρά και επιστρέφουν στη γη με εικόνες που μας θυμίζουν πόσο φως υπάρχει ακόμα.

Κι εμείς εδώ, να μην μπορούμε να καθαρίσουμε ούτε τον αέρα μεταξύ μας.

«Λοιπόν, σήμερα δεν ξέρω αν το προσέξατε… είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα», έλεγε ο Ντίνος Ηλιόπουλος στον Ατσίδα.

Κάπως έτσι είμαστε κι εμείς.

Μια «ωραία» ατμόσφαιρα. Βαριά. Αόρατη. Και όλο και πιο δύσκολη στην αναπνοή.

Και όμως.

Καθώς το τρέξιμο τελειώνει, το playlist αλλάζει.

«Θα μείνω εδώ και θα υπάρχω όπως μπορώ

Και για το πείσμα σας γουρούνια θα αντέχω

Θα περιμένω άλλες μέρες»

Και σκέφτομαι ότι ίσως αυτό να είναι το μόνο ρεαλιστικό αντίδοτο.

Όχι η φυγή. Όχι η άρνηση.

Η επιμονή.

Μια γνήσια, ανόθευτη, πεισματάρικη επιμονή.

Να αντέξεις την ατμόσφαιρα χωρίς να γίνεις μέρος της.

Γιατί, τελικά, αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα:

όχι αν η ατμόσφαιρα είναι βαριά – αλλά αν θα την αντέξουμε.

Γιατί «δεν θα έρθουν άλλοι από αλλού».

Εμείς πρέπει να «γίνουμε αυτό που περιμένουμε».

*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών

Πανεπιστήμιο Κύπρου