«Καβάφης- Γιουρσενάρ» με την Σάρλοτ Ράμπλινγκ. 

Ενεοί και κεχηνότες έμειναν οι θεατές που παρακολούθησαν την  παράσταση αφιερωμένη στον Κωνσταντίνο Καβάφη και τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, που διοργάνωσε το Πάφος 2017 στο Μαρκίδειο Θέατρο. Όχι, όμως, από το σκηνικό αποτέλεσμα και την εκθαμβωτική ερμηνεία της Σάρλοτ Ράμπλινγκ, αλλά επειδή κάτι «άλλο» περίμεναν. Ίσως κάτι πιο «θεατρικό», πιο ατμοσφαιρικό ή στομφώδες, κάτι περισσότερο από μια ανεπαίσθητα σκηνοθετημένη, παράλληλη απαγγελία ποιημάτων και μάλιστα σε αναλόγιο.

Βέβαια, το κοινό δεν παρέλειψε στο τέλος να αποτίσει φόρο τιμής σε μια από τις πιο ακριβοθώρητες σταρ που πάτησαν ποτέ το πόδι τους σε κυπριακή σκηνή μ’ ένα αμήχανο μεν, αλλά ζεστό όρθιο χειροκρότημα. Όχι όλοι. Μερικοί θεατές εκδήλωσαν ιδιωτικά ή και δημόσια τη δυσφορία τους, δήλωσαν εξαπατημένοι κι έκαναν λόγο για φιάσκο ή και «αρπαχτή» (!), ρίχνοντας, ως συνήθως την ευθύνη, στη διοργάνωση.

Είναι όμως έτσι; Στη σχετική ενημέρωση από το Πάφος 2017 γίνεται ξεκάθαρα λόγος για «απαγγελία» και για «επί σκηνής λογοτεχνική συνάντηση» του Καβάφη και της Γιουρσενάρ, «σε επιμέλεια» του Ζαν- Κλοντ Φενιέ. Προφανώς, οι περισσότεροι ήρθαν αδιάβαστοι και παρασυρμένοι από τον ίδιό τους τον εαυτό, αφού θα αρκούσε μια ολιγόλεπτη έρευνα στο διαδίκτυο για να διαπιστώσουν περί τίνος επρόκειτο. Αρκούσε να πληκτρολογήσει κανείς δύο ονόματα στο youtube.

Συνεπώς, το περί εξαπάτησης δύσκολα στέκει. Το περί αρπαχτής μπορούμε να το συζητήσουμε, παρόλο που η παραγωγή απέχει παρασάγγας από τις ακριβότερες της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, ενώ η τιμή των 20 ευρώ στο εισιτήριο δεν μπορείς να πεις ότι είναι εξωφρενική, όταν π.χ. στο Μέγαρο Μουσικής των Αθηνών, όπου παρουσιάστηκε με τους ίδιους ακριβώς συντελεστές πριν από επτά χρόνια, τα εισιτήρια κόστιζαν από 35 μέχρι 80 ευρώ.

Η πορεία της ξεκίνησε τον Ιούνιο του 2009 στην Τουλούζη, στο πλαίσιο του λογοτεχνικού φεστιβάλ «Μαραθώνιος των Λέξεων», όπου η Αλεξάνδρεια ήταν τιμώμενη πόλη. Ο ηθοποιός Πολύδωρος Βογιατζής και η εξαίρετη κιθαρίστρια Βαρβάρα Γύρα συνεργάστηκαν αρχικά με τον διάσημο γάλλο ηθοποιό Λαμπέρ Γουιλσόν και η επιτυχία εκείνης της δουλειάς προσέλκυσε κι άλλα φεστιβάλ, όπως το «Temporada Alta» της Ζιρόνα, όπου τη φορά αυτή συμμετείχε ο αλμοδοβαρικός ηθοποιός Λουίς Ομάρ. Έπειτα, μπήκε στο πρότζεκτ η Σάρλοτ Ράμπλινγκ, που πρόσθεσε την αντιπαραβολή των κειμένων της Γιουρσενάρ και μέσα σε τρία χρόνια περιόδευσε μεταξύ άλλων και σε Βέλγιο, Αίγυπτο, Ιταλία, Πορτογαλία, Ελβετία, γεγονός που μάλλον προδίδει ότι κάτι μέσα στον πυρήνα του έχει εκτιμηθεί.

Στην Κύπρο ξένισε κι ας μην το αρνούνται ούτε αυτοί που χειροκροτούσαν όρθιοι. Ο ένας λόγος είναι ότι η λογοτεχνική ανάγνωση ως παραστατικό είδος δεν έχει μεγάλο σουξέ εδώ, για να μην πω ότι είναι υποτιμημένη έως και άγνωστη. Για να το πω ωμά, ελάχιστοι θα πλήρωναν για να παρακολουθήσουν μια απαγγελία. Ειδικότερα, λοιπόν, για όσους προσήλθαν από κεκτημένη θεατρική ταχύτητα, εστιάζοντας μόνο στο όνομα της πρωταγωνίστριας, η απογοήτευση ήταν δεδομένη.

Ίσως, όμως, υπάρχει κι άλλος λόγος. Οι προσδοκίες από μια σπουδαία ηθοποιό του αγγλικού, γαλλικού και ιταλικού σινεμά ήταν μεγάλες, εντούτοις η ίδια έδωσε στη σκηνή επιπρόσθετα μια αίσθηση ότι της έλειπε η σπίθα, η όρεξη, το πάθος. Ενδεχομένως, να έπαιξε ρόλο το ότι κλήθηκε, στα 71 της πια, να επιστρέψει σε μια δουλειά που έκλεισε τον κύκλο της πριν από πέντε χρόνια. Ακόμη κι έτσι βέβαια, ένιωθε κανείς δέος και μόνο στη συμβολική παρουσία της, που μάλιστα συνδυάστηκε μ’ ένα ιδιαίτερο γεγονός: την πολυαναμενόμενη έναρξη της λειτουργίας του νέου Μαρκίδειου.

Ο χώρος ήταν ο πραγματικός σταρ εκείνης της βραδιάς, καθώς η Πάφος αποκτά πλέον μια σοβαρή, σύγχρονη πολιτιστική υποδομή. Λειτουργικές ατέλειες όπως η διατήρηση των δύο εισόδων πλησίον της σκηνής, ίσως μπορούσαν να αποφευχθούν, αλλά ας μην είμεθα πλεονέκτες.