Νάσια Διονυσίου, «Μη γράφετε Αρθούρος», εκδόσεις Πόλις 2025.
Ανάμεσα στα μαγειρέματα, τους φιλοξενούμενους και τις υποχρεώσεις των εορτών, ξέκλεβα χρόνο και διάβασα το νέο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου, που μου χάρισε η αγαπημένη φίλη Δώρα Πιερή –δώρο ουσιαστικό– την οποία από καρδιάς ευχαριστώ.
Ήδη από το πρώτο βιβλίο της Νάσιας Διονυσίου, διέβλεπε κανείς το ταλέντο της, αρχικά να καλύπτει τα κενά της, με ένα τρόπο μοντέρνα λογοτεχνικό, κάτι σαν το χαριτωμένο κολπάκι ή χαμογελάκι, που κάνει κανείς, για να καλύψει μια ελαφριά έλλειψη ή ένα μικρό ελάττωμα, που γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο μπορεί να προσπεραστεί.
Στο δεύτερο βιβλίο της δεν έγινε καν μια τέτοια προσπάθεια: τα «κενά» αφέθηκαν εκεί, γιατί η έμφαση/ εστίαση δεν ήταν στην αφηγηματική αρτιότητα, όσο στην ουσία της πρόθεσης, η οποία μας δόθηκε σε μια στιγμή σαν έκλαμψη και με τον ιδιοφυή, πιστεύω, τρόπο μιας ερώτησης, ενός ερωτηματικού, που αφέθηκε εκεί ξεκρέμαστο, να αιωρείται μπρος στο μυαλό μας και να το ενεργοποιεί να σκεφτεί «τι αλήθεια είναι ένας κάμπος;», ενώ η ίδια η συγγραφέας είχε ήδη υποβάλει αριστουργηματικά την απάντηση.
Ευφυέστατο!
Την ίδια ευφυία συναντούμε και σ’ αυτό το τρίτο μόλις βιβλίο της, Μη γράφετε Αρθούρος. Αλλά εδώ έχει γίνει ένα μεγάλο άλμα: η αφήγηση είναι πολύ πιο πλήρης ή μάλλον δεν αφήνει κενά. Με εξαιρετικά έντεχνο τρόπο μιλάει σε κάθε κεφάλαιο για το επί μέρους θέμα που επεξεργάζεται. Μας τοποθετεί στον χώρο, στον χρόνο –που κάποτε είναι και άχρονος– μέσα από το σκηνικό που στήνει, την ενδυματολογία, τις συνήθειες, τους διαλόγους των προσώπων– και μάλιστα έντονα θεατρικά/ κινηματογραφικά, χωρίς συγκεκριμένες περιγραφές (με έμμεσες/ πλάγιες αναφορές), κάτι που στο τρίτο κεφάλαιο παραπέμπει έντονα σε λογοτεχνικές (γυναικείες κυρίως) γραφές του περασμένου αιώνα (ίσως και παλιότερα) στην Αγγλία.

Όμως, επειδή από τη μια η εισαγωγή αυτής της γραφής εδώ, στην Κύπρο, γίνεται σήμερα, μοιάζει μοντέρνα, αλλά από την άλλη –κι αυτός είναι ο λόγος που γίνεται αποδεκτή, ίσως και ευχάριστα– με αυτό τον «έμμεσο» ή πλάγιο τρόπο γραφής, δίνεται καλύτερα –ίσως και ιδανικά– ο εγγλέζικος αέρας ζωής και συμπεριφοράς, που φαντάζει πιο έντονος σε σχέση με το τι είναι το νησί εκείνο τον καιρό, πράγμα, άλλωστε, που φροντίζει να παρεισφρήσει πολύ έντεχνα η Νάσια Δημητρίου, με τη χαρακτηριστική εγγλέζικη (υπο)ειρωνεία και αλαζονική υπεροψία, πράγμα που κάνει τον αναγνώστη, ώστε να κερδίζει σε συμπάθεια το νησί, παρά να κερδίζει η αρνητική εικόνα των Εγγλέζων για το νησί.
Κάθε κεφάλαιο είναι στημένο με τέχνη, όσο κι αν προσωπικά με ενόχλησε το «ο πρώτος βασιλικός μηχανικός, ο δεύτερος βασιλικός μηχανικός» και πάλι ξανά, αλλά είναι ένα προσωπικό μου θέμα το ότι με ενοχλούν οι επαναλήψεις, πράγμα που με εμποδίζει να παραδεχτώ τον Κώστα Μόντη ως μεγάλο ποιητή. Το μυαλό μου αντιδρά στο σφυροκόπημα της επανάληψης –και δη επίμονης στον Κώστα Μόντη– μάλλον επειδή είναι ικανό να καταλάβει από την πρώτη.
Όλα τα κεφάλαια είναι δομημένα γερά. Στέρεη και η ματιά της συγγραφέως. Εκεί όμως, που το βιβλίο αρχίζει και απογειώνεται είναι (πώς φαντάζει παράδοξο!) εκεί που ο νεαρός ταχυδρόμος βρίσκεται στην κορυφή της Χιονίστρας! Αλήθεια, τι γυρεύει εκεί; «Αντικειμενικά» τίποτα! Δεν έχει καμιά θέση εκεί. Και όμως, η λογοτεχνική δεινότητα από τη μια και η πολλή αγάπη, όπως (δια)φαίνεται, του τόπου και των όσων βλασταίνουν σ’ αυτόν, κάνει τη συγγραφέα να τοποθετήσει τον ήρωά της εκεί, σε έναν χρόνο, που καμιά σχέση δεν έχει με το ρεαλιστικώς ζητούμενο, αλλά η χάρη της λογοτεχνίας, όπως και της κάθε τέχνης, είναι ακριβώς αυτή: να γοητεύει το μυαλό –και όχι μόνο– ώστε να ξεχνά ή να, παντελώς, αδιαφορεί για το τι λέει η λογική και να αφήνεται στη ροή της γοητείας και της γητειάς, πράγμα που κατορθώνει πανηγυρικά η Νάσια Διονυσίου.
Από τη στιγμή, που ο νεαρός συνέρχεται και θυμάται τι είναι εντεταλμένος να κάνει και αρχίζει να ροβολά το βουνό, η επιτάχυνση και η κορύφωση έχουν δρομολογηθεί με τρόπο αξιοθαύμαστο, σε σημείο, που πια να λαχανιάζεις κι εσύ μαζί του, καθώς εκείνος τρέχει και πιλαλώντας κατεβαίνει το βουνό, μέχρι την ολοκληρωτική κορύφωση, που σε παίρνει μαζί της αξεδιάλυτα, με την περιγραφή του πώς τα δύο σώματα περιπλέκονται σ’ έναν έρωτα χωρίς πριν και μετά, σε μια περίπτυξη χωρίς γιατί και διότι, σε μια δίνη ζαλιστική, όπου χώρος, χρόνος, ύλη, υφή, φωνή χάνονται και δε μένει παρά το πύρωμα των κορμιών, που ρέουν σαν λάβα που τα αφανίζει.
Εξαιρετική –προσωπικά δεν έχω διαβάσει ούτε καν εφάμιλλη– η κορύφωση, που μαζί με τα σώματα των εραστών λιώνει και το μυαλό, το σώμα, το συναίσθημα του αναγνώστη και τον κάνει να καταθέτει τα όποια όπλα κριτικής ή αντίστασης.
Αλλά και μετά την κορύφωση, όπου το δράμα του κάθε προσώπου έχει συντελεστεί, η τραγωδία έχει αφανίσει το κάθε πρόσωπο/ κορμί, που περιμένει κανείς να δει αν υπάρχει κάτι άλλο και αναρωτιέται «και τώρα τι;» Η συγγραφέας και πάλι με ένα «μεγαλειώδη» τρόπο, καταφέρνει, αφού αρχίζει από το ναδίρ, να ξεδιπλώσει και πάλι μια δεύτερη κορύφωση, η οποία ξεκινά θεσπέσια με την πλήρη αποδοχή του ταχυδρομικού πλέον προϊσταμένου της πεζής και ταχτοποιημένης ζωής του, η οποία καθόλου δε χαρακτηρίζεται έτσι από τη συγγραφέα, παρά ιδωμένη «από μέσα», μας κάνει να χαιρόμαστε για το πόσο καλά είναι να είσαι ένας ικανοποιημένος μικρός άνθρωπος, συμβιβασμένος με τη ζωή που σου έλαχε, τον τόπο που ρίζωσες, τους ανθρώπους που δέθηκες και τον ήλιο που σε ζεσταίνει.
Κι εκεί ακριβώς –τραγική ειρωνεία– έρχεται και σε βρίσκει το παρελθόν, η ζωή που μόλις κάποτε γεύτηκες, η μνήμη που την έθαψες και η επιθυμία που δεν άφησες ποτέ ξανά να φανερωθεί, για να σου δώσει το τελευταίο χτύπημα, την καίρια λαβωματιά και να σε αφήσει αιμόφυρτο, να γλείφεις από κει και πέρα τις πληγές σου, χωρίς ποτέ να μπορείς στην πραγματικότητα να θεραπευτείς από το κενό, την ανάβλεψη, το ξύπνημα της επιθυμίας…
Αλλά, αν αυτή η πρώτη, βιαστική έως ανυπόμονη, κατάβαση από το βουνό (προσέξτε τη σημειολογία!), οδηγεί τον έως τότε ανύποπτο ήρωα στην κατάδυση στην «αμαρτία», που κατά τη θρησκεία ισοδυναμεί με θάνατο, τον οδηγεί επίσης σε μια εξίσου «τρελή» ή τουλάχιστον βιαστική και άμεση ανάβαση/ ανάδυση στη λογική, αφού έχει κοιμηθεί ικανό χρόνο, ώστε να ξεχάσει (δε μας το λέει η συγγραφέας, αλλά χρησιμοποιεί το γνωστό μοτίβο του βαθιού ύπνου, που μεταμορφώνει σε πολλά παραμύθια και μύθους τον ήρωα/ηρωίδα, ο οποίος/ η οποία ξυπνά μεταμορφωμένος/η και δυνατός/ή) και αποκαθιστά έτσι μαγικά τον ήρωά μας στη νούσιμη/ μετρημένη ζωή και του προσφέρει χρόνια χαράς και ικανοποίησης με τη βόλεψή του.
Ώσπου! Εμφανίζεται, ως ένας Νασρεντίν Χότζας πάνω στο γαϊδουράκι του, εντελώς άσχετος, εντελώς παράταιρος και ακατανόητος λογικά, ένας γιατρός από τα πέρα, για να αρχίσει να λέει, με κάθε λεπτομέρεια και με επιμονή που τσακίζει κόκαλα, σ’ έναν άγνωστο, όλη την ιστορία του Αρθούρου από τη στιγμή που έφυγε από το νησί έως ότου παραδώσει το πνεύμα.
Κι αρχίζει έτσι μια άλλη κορύφωση ως προς τα δεινά και τα αβάσταχτα βάσανα του κύριου ήρωα του βιβλίου μέσα από την αμείλικτη πολυλογία του γιατρού (υποθέτω κατασκευασμένου από τη συγγραφέα), ώστε να λύσει το πρόβλημα των περαιτέρω πληροφοριών, κάτι που από μόνο του θα ήταν κουραστικό και μάλλον βαρετό, αλλά, καθώς αυτό πολύ έντεχνα η συγγραφέας το δένει με την αφύπνιση τής για τόσα χρόνια υπνώττουσσας μνήμης του δεύτερου (αλλά τελικά ισότιμου) ήρωα, δημιουργεί (ένιωσα προσωπικά) μία μακροσκελέστατη μεν, αλλά αναγκαία σκηνή, ανάλογη της εξόδου των τραγωδιών, όπου, αφού όλα τα φονικά έχουν συντελεστεί και οι ήρωες έχουν κυριολεκτικά και μεταφορικά διαμελιστεί, έρχεται μια σοφή ρήση του χορού (και το τελικό εξόδειο άσμα) να αποκαταστήσει τη διαταραγμένη ισορροπία του κόσμου.
Στο βιβλίο, τον ρόλο αυτόν του χορού τον αναλαμβάνει υπόρρητα η ίδια η συγγραφέας. Αλλά εδώ, η «διαταραγμένη ισορροπία του κόσμου» δεν αποκαθίσταται, καθώς η έξοδος δεν είναι πλέον του χορού κι επομένως του καθαρμένου και αποκαταστημένου κοινού, που παρακολουθεί το θέατρο, παρά η απελπισμένη προσπάθεια του προϊστάμενου ταχυδρομείου να βγει από τον εαυτό του, να βγει από το σώμα του, να βγει από τη μνήμη του, αλλά βγαίνοντας από την πόρτα, μάλλον δε θα έχει πού να πάει. Γιατί, όπου και να πάει, θα είναι πάντα «αλλού».
Μια σύγχρονη τραγωδία με τα όλα της! Στο περιθώριο της ζωής, στο περιθώριο των όποιων τεκταινόμενων, στο παντού και πουθενά, στην όποια απόπειρα απαλλαγής.
Δεν έχω, παρά να βγάλω τη σκούφια μου και να σκύψω βαθιά μπροστά σε μια μεγάλη συγγραφέα, που όχι μόνο μπορεί να σταθεί ισάξια με γνωστές και καθιερωμένες Ελληνίδες και Ευρωπαίες συγγραφείς, αλλά και που μας κάνει να θαυμάζουμε για το πού μπορεί να φτάσει.
Τα θερμά μου συγχαρητήρια, παρότι δεν τη γνωρίζω ούτε καν εξ αποστάσεως (διευκρίνιση αναγκαία, θεωρώ, καθώς εδώ όλα πάνε με τις φιλίες και τις γνωριμίες) και παρά την «αλαζονεία» της να μου αρνηθεί καν φιλία μέσω φ/β, την οποία αιτήθηκα, για να τη συγχαρώ για το δεύτερο βιβλίο της.
Αξιοθαύμαστη!