Τα κλαδιά έγδερναν τα γυµνά της µπράτσα αλλά δεν την ένοιαζε. Τα πόδια της είχαν γεµίσει λάσπες και η νυχτικιά της, µούσκεµα από τον ιδρώτα,  κόλλαγε επάνω της. Τίποτε από όλα αυτά όµως δεν την ενοχλούσε. Αυτό που την τρέλαινε ήταν ότι έτρεχε καθηλωµένη στο ίδιο σηµείο. Έβλεπε στο βάθος το παλάτι και λαχάνιαζε καθώς πάλευε για να προχωρήσει ένα βήµα παρακάτω. Ώσπου άνοιξαν οι ουρανοί κι ο άνεµος την παρέσυρε σαν κλαράκι στο κτήµα σηκώνοντάς την ψηλά. Και τότε τους είδε… Την Ελένη Θεοχάρους τυλιγµένη µε τη γαλανόλευκη να βαδίζει προς τη φωτιά, τον Κωνσταντίνο να βυζαίνει από τον βασιλικό µαστό της Φρειδερίκης, τον Φαίδωνα να κουβαλά τον σταυρό του κι από δίπλα την Μέγκαν Μαρκλ να τραγουδά ένα χουντικό εµβατήριο, ενώ η Ελένη Σταύρου ξερνούσε κίονες στα σκαλιά του θερινού ανακτόρου. Έτρεχε σαν τρελή ανάµεσά τους, αναζητώντας ένα φιλικό χέρι να την σώσει από κείνη την τρέλα… Και τότε, το τρυφηλό χέρι του Λουκά Χάµατσου την τράβηξε οδηγώντας την σ’ ένα κόκκινο χαλί που το πατούσαν σοσιαλιτέ µε σιδερωµένα µούτρα, ινφλουένσερ µε πολυτελή κουρέλια και γεροδεµένοι άντρες µε µαύρες µπλούζες. Αγωνιζόταν να φτάσει µέχρι την είσοδο του Τατοΐου, αλλά εµφανίζονταν διαρκώς ανθρώπινα εµπόδια –«εδώ real Φούλης» ούρλιαζε στα αφτιά της ο πιο ζωηρός- όµως εκείνη επέµενε και έτρεχε, όλο έτρεχε, ώσπου δεν άντεξε άλλο και ξέσπασε σε ένα γοερό κλάµα…
 
Η Ιουλία Παλαιολόγου Ουίλσον ξύπνησε κάθιδρη στην αγκαλιά της Ρωσίδας. «Όνειρο ήτανε…» την καθησύχασε η Σβετλάνα Αλεξάντροβα και της έδωσε να πιει µια γουλιά νερό. Κάθε χρόνο τα ίδια. Όποτε ξηµερώνει η µέρα της Ανασκόπησης η χήρα παθαίνει panic attack. Ο ψυχίατρός της ήταν απόλυτος και φέτος. «Πρέπει να αντιµετωπίσετε τους εφιάλτες σας» είπε και της θύµισε πώς η θεραπεία της ψυχής ενίοτε επιτυγχάνεται και διά της οµοιοπαθητικής.
 
Η συνάντηση για την ανάδειξη του Προσώπου της Χρονιάς έγινε όπως κάθε χρόνο στο αρχοντικό του Αγίου Ανδρέα. Οι κυρίες είχαν το δικαίωµα να παρουσιάσουν όσες υποψηφιότητες ήθελαν, τις οποίες όµως έπρεπε να αιτιολογήσουν. Η απόφαση λήφθηκε µε τη γνωστή δηµοκρατική διαδικασία: αποκλειστικά από την Ιουλία Παλαιολόγου Ουίλσον, καθότι «γηραιότερη, κοµψότερη και σοφότερη». Chapeau Julia!
 
Δεν ήτανε πάντως εύκολη η απόφαση ούτε και φέτος. Ξεκινώντας από τα µελοδράµατα που οµολογουµένως ράγισαν καρδιές. Ποιος µπορεί να ξεχάσει τον άκαρδο τρόπο µε τον οποίο εγκατέλειψαν τον Λιλλήκα τα πουλέν της Συµµαχίας Άννα Θεολόγου και Παύλος Μυλωνάς; «Δώσε πόνο Γιώργο» φώναζαν στον προδοµένο οι λίγοι και εκλεκτοί που απέµειναν στο πλευρό του. Αλλά εάν µιλάµε για πόνο, εάν θέλουµε στ’ αλήθεια να αγγίξουµε ανοιχτές πληγές, η συγκινησιακά φορτισµένη ερµηνεία του Λιλλήκα ωχριά µπροστά στο δραµατικό ταµπεραµέντο της Χρυστάλλας Γιωρκάτζη. Ποια Γκέλυ Μαυροπούλου και ποιος «Γολγοθάς µιας αθώας» λέµε τώρα; Η διοικήτρια στο ρόλο της κατατρεγµένης ράγισε καρδιές. Ποτέ άλλοτε µια τόσο πλούσια και ισχυρή γυναίκα δεν διώχθηκε τόσο λυσσαλέα από το κατεστηµένο. «Γιατί η Χρυσταλλού είναι πάνω από όλα γυναίκα!» υπερθεµάτισε η Κουλλίτσα Κυριακού.
 
Με ανάλογο σθένος υποστήριξε βεβαίως και η Καλαµαρού τις υποψηφιότητες στην κατηγορία κωµωδία – χαβαλές. Μπορούµε αλήθεια να ξεχάσουµε την παρουσία του Ιβάν Σαββίδη στην τελετή διαβεβαίωσης του Προέδρου, τα 812 ευρώ που επέστρεψε ο Νικόλας Χατζηγιάννης από τα κερατιάτικα του Συνεργατισµού, τον χασοδίκη Δίπλαρο όταν υπερασπίστηκε την προεδρική χάρη στον παιδεραστή ή ότι ο τουρκοφάγος Ρότσας ίδρυσε Κίνηµα για να γίνει Θεοχάρους στη θέση της Θεοχάρους; Η κάθε περίπτωση είναι ένα µπιζού πολιτικής ψυχαγωγίας. Αυτός όµως που έκλεψε τις εντυπώσεις ήταν ο Μάρκος, µε την απόφασή του να εγκαταλείψει την πολιτική. «Καθότι εκτός από τη Ζωζώ και ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ τη Μιµή, ουδείς άλλος γνώριζε την ενασχόληση του λαµπρού νέου µε το ευγενές σπορ» έριξε το φαρµάκι της η Ευγενία η Καλαµαρού, προκαλώντας εύγλωττα µειδιάµατα στην οµήγυρη.
 
Η Ιουλία άκουγε σιωπηλή την επιχειρηµατολογία χωρίς να διακόπτει τις φίλες της. Έπειτα ζήτησε από τη Σβετλάνα Αλεξάντροβα να τους σερβίρει τον αφρώδη οίνο και σήκωσε το κρυστάλλινο ποτήρι της. «Η φουκαριάρα η  Χρυσταλλού» είπε και οι υπόλοιπες χειροκρότησαν την ανάδειξη της Κεντρικής Διοικήτριας στο Πρόσωπο του 2018. / Ούτε που κατάλαβε η Ιουλία πώς πέρασε η ώρα. Στεκόταν πίσω από το τζάµι σκεφτική. Η ανάµνηση του εφιάλτη της χθεσινής νύχτας σε συνδυασµό µε τον γιορτινό διάκοσµο στις ζαρντινιέρες της προκαλούσε µια αδιόρατη µελαγχολία. Ώσπου άκουσε τη Σκάρλετ µέσα της να της ψιθυρίζει παρηγορητικά… «Αύριο είναι µια άλλη µέρα». Πήρε µια βαθιά ανάσα και τράβηξε την κουρτίνα.