To Top
Επόμενο
Προηγούμενο
Ζήτημα DNA (μια ιστορία από την Ξάνθη)
ΑΡΧΙΚΗGOING OUTΓΝΩΜΕΣ • Ζήτημα DNA (μια ιστορία από την Ξάνθη)
  08 Δεκεμβρίου 2019, 4:00 μμ  
«Η μόνη αντιβίωση για την καταπολέμηση του “κτήνους” που περιέχουμε είναι η παιδεία. Η αληθινή παιδεία και όχι η ανεύθυνη εκπαίδευση και η πληροφορία χωρίς κρίση και χωρίς ανήσυχη αμφισβητούμενη συμπερασματολογία», Μάνος Χατζιδάκις.
 
Γλώσσα που δεν καταλάβαινα – απέναντι από τα παντοπωλεία-καφενεία με τα δρακουλίνια και τους ελληνικούς καφέδες σε σακουλάκια χύμα. Κοιτούσα τις χειρονομίες, τις αγκαλιές, τα φιλιά που της έδιναν οι «άνθρωποί της» στη Σμίνθη, το μεγαλύτερο πομακοχώρι της περιοχής, τρία χιλιόμετρα από το χωριό της, τη Γλαύκη – σήκωνε τα χέρια, τους έδειχνε το βουνό απέναντι, το δάσος με τα πεύκα και τους ξαναγκάλιαζε. Απαντούσε συνεχώς στα τηλεφωνήματα του άντρα της, ήθελε να προλάβει να πάει να δει τη μητέρα της στο χωριό μετά την εγχείρηση που έκανε λίγες μέρες πριν, στην πόλη της Ξάνθης, κι όλο ρωτούσε «πότε θα γίνει η κηδεία του μουφτή που πέθανε το προηγούμενο βράδυ;» – σαν οικογένεια όλοι εκεί, στην άλλη άκρη της Ελλάδας και στην άκρη της. Λίγα μέτρα πριν απ’ το Χρυσό, κοντά σε ένα μικρό σπίτι ιδιοκτησία του δήμου Μύκης, τα απομεινάρια από τις μπάρες, τα «σύνορα» των πομακοχωρίων – η βαθιά πληγή. «Μέχρι πριν από λίγα χρόνια που υπήρχε η μπάρα και έπρεπε να δείξεις ταυτότητα για να πας στο χωριό σου, ένα αιώνιο “γιατί;” υπήρχε στο μυαλό μας», μου είπε αργότερα. « “Γιατί να μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν να ζούμε σε εκαραντίνα; Αφού κι εμείς Έλληνες είμαστε: ελληνικά διδασκόμαστε στο σχολείο, φορολογούμαστε, τα παιδιά μας τα στέλνουμε στο στρατό όπως κάνουν όλοι οι Έλληνες”. Ποτέ δεν καταλάβαινα αυτό το διαχωρισμό που υπήρχε». 

Θυμήθηκα αυτή την ιστορία της Γκιουλ-Μπεγιάζ Καρά Χασάν, υποψήφιας το 2006 με το ΠΑ.ΣΟ.Κ για την υπέρ-Νομαρχία Δράμας – Καβάλας – Ξάνθης που την είχα συναντήσει τότε, στα Πομακοχώρια, μετά τις νέες προτάσεις και κάτι ειδήσεις που πέρασαν «στα ψιλά» για τις επιγραφές στα σχολεία που «θα έπρεπε να αλλάξουν και αντί για “Μουσουλμανικόν Σχολείον” να γράφουν “Τουρκικόν Σχολείον”», τα φέσια και τα τζαμιά των «εθνοτήτων», το νεκροταφείο του Εχίνου με τις γυναίκες με τις μαντίλες ανάμεσα στα χορτάρια -μόνες, χωρίς επαφές με χριστιανές ανάμεσα - και τους κατοίκους της Ξάνθης που τους ονομάζουν «Τούρκους» αντί για «Πομάκους» – ας λειτουργήσουν, λοιπόν, πια ως Τούρκοι. Ποιος διώχνει και ποιος ελκύει; Ποιος φταίει; 

Τίποτα δεν άλλαξε από εκείνον τον Απρίλιο του 2006, τις κραυγές για την «ελληνικότητα της Καρά Χασάν», τα πρωτοσέλιδα με την- κλασική πια- φωτογραφία με το πορτοκαλί σακάκι της από την αγορά της Ξάνθης, τα τηλεδικεία του Μάκη Τριανταφυλλόπουλου και το διάλογο που είχε ξεκινήσει τότε για το αν πρέπει ή όχι μία μουσουλμάνα να είναι υποψήφια υπερνομάρχης «στην Ελλάδα». Ζωντανές συνδέσεις από την πλατεία της πόλης, δημοσιογράφοι να φωνάζουν στα παράθυρα, απόψεις που μιλούσαν για «το τουρκικό στοιχείο που κατάφερε να μπει στη ζωή μας» – όλα χειρότερα πια. «Η περίοδος αυτή ήταν η πιο άσχημη της ζωής μου», μου λέει. «Ήταν πάρα πολύ σκληρό όλο αυτό που συνέβαινε με μένα. Είχα μουδιάσει ολόκληρη. Έπρεπε να απαντώ σε ερωτήσεις για τους Πόντιους, τους Αρμένιους, τον Πατριάρχη – δεν χρειάζεται να σου πω πόσες φορές απάντησα στην ερώτηση “αισθάνεσαι Ελληνίδα;”. Έκλεινα την τηλεόραση, άφηνα το γιο μου τον Κεβίν να τον προσέχει ο Ριτβάν, ο άντρας μου και κατέβαινα βόλτα στην πόλη για να ηρεμήσω. Η ψυχολογία μου είχε πιάσει πάτο». 

Η ιστορία αυτής της γυναίκας μοιάζει με παραμύθι κοριτσιού που έζησε στην Αθήνα πριν από πολλές δεκαετίες: κλειστή κοινωνία, απομονωμένη, ο σύγχρονος τρόπος σκέψης δεν είχε καμία θέση σε έναν κόσμο που κάθε φθινόπωρο μάζευε τα σπαρτά του και έκρυβε το πρόσωπο στο δρόμο που οδηγούσε στο τζαμί – εγερτήριο από τις 4:30 το πρωί για να πάει στο χωράφι. Θυμήθηκε που, στα 15 της, έκανε την πρώτη της «επανάσταση» αφού αρνήθηκε να φορέσει φερετζέ. «Περνούσα από την πλατεία του χωριού και οι γύρω σχολίαζαν: “δείτε την Γκιούλ Μπεγιάζ που δεν είναι καλή μουσουλμάνα, που περπατά χωρίς φερετζέ!”. Κάθε μέρα είχαμε προβλήματα με τη μητέρα μου. Εγώ επέμενα να κάνω αυτό που νόμιζα πως ήταν το σωστό. Οι γείτονές μας της έλεγαν να μη με αφήνει να κάνω ό,τι θέλω, να μου πει ότι η μόρφωση είναι ένα άχρηστο πράγμα που δεν χρειάζεται μία γυναίκα». Εκείνοι στη μία πλευρά κι «οι άλλοι» απ’ την άλλη. Σύνορα του μυαλού πιο βαριά κι από συρματοπλέγματα. 

Την ώρα που τα γράφω αυτά κάθομαι στο «σπίτι της συνεργασίας», απέναντι από το Λήδρα Πάλλας. Στο τραπεζάκι μπροστά μου μία παρέα -μουσουλμάνων μάλλον- τρώει cheesecake και περιμένει για να ξεκινήσει το απογευματινό μάθημα ελληνικών – νέοι σπόροι από έναν μεγάλο αγρό. Λοιπόν; Τι ξεχωρίζει ένα DNA από ένα άλλο; Νομίζω πως είναι -κυρίως- ζήτημα αναφορών και παραδοξότητας αρχέγονων παιδικών διδαχών, πίστης, γνώσης, μόρφωσης – εμπιστοσύνης στην ύπαρξή σου ως άνθρωπος και όχι ως «φυλή» ή «ιδιότητα». Είναι θέμα οπτικής. Για να καθαρίσει η αρρώστια – να την ξεπαστρέψουμε.
 
Φιλgood, τεύχος 250.
 
  Γιάννης Χατζηγεωργίου   
Σχολιάστε ή διαβάστε πατώντας εδώ...