Με την επίσκεψή μου στην έκθεση της Δέσποινας Φυσέντζου, υπό τον τίτλο «Τα καλοκαίρια του Άλλου / The Other’s Summers», ανάμεσα στους ζωγραφικούς πίνακες με τους φωσφορίζοντες χρωματικούς τόνους του κόκκινου και του χρυσοκίτρινου, με τους οποίους αποδίδει μαυρόασπρες παλιές φωτογραφίες, προσδίδοντάς τους μεταφυσική υπόσταση, ξανάζησα τα παιδικά μου χρόνια. Δεκαετία του 60 στη Λεμεσό, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, σε μια εποχή αθωότητας και ανεμελιάς, όπως άλλωστε παράδεισος είναι για τον καθένα μας, η παιδική ηλικία. Παρατηρώντας την εκπληκτική δουλειά της εικαστικού, «κόλλησα» στον πίνακα όπου δυο νεαρές κοπέλες με ολόσωμα μαγιό, γελούν και ποζάρουν στον φωτογραφικό φακό της ξαδέλφης Λυγίας, καθισμένες στον ίσκιο της ομπρέλας, στην παραλία του κέντρου Miami, στο τέλος της δεκαετίας του 50. Ανήκουν στην πρώτη γενιά γυναικών του νησιού που κάνουν μπάνια στη θάλασσα και αυτοσχέδια εκμάθηση κολύμβησης. Ελάχιστοι στο νησί κολυμπούν οπόταν και συχνά βλέπουμε μια γυναίκα ή ένα άντρα να επιπλέουν στη θάλασσα μέσα σ’ ένα λάστιχο αυτοκινήτου.

Γενιές ολάκερες μεγάλωσαν με τον φόβο της, αφού η θάλασσα διαμέσου των αιώνων έφερνε ξένους καταχτητές, όχι μόνο για τον χαλκό και τα χαρούπια, τον μαύρο χρυσό του νησιού αλλά κυρίως για τη στρατηγική του θέση. Άλλοι προσάρασσαν τυχαία μετά από μια θαλασσοταραχή αφού τους ξέβραζε η θάλασσα. Γι’ αυτό και η Κύπρος αναγκάστηκε να γίνει «χερσαίο νησί» και οι κάτοικοί του ορεσίβιοι. Μόνο στα ψηλά, κακοτράχαλα βουνά μπορούσαν να ζήσουν χωρίς τον καθημερινό φόβο μιας εισβολής, σφαγών και αρπαγών γυναικοπαίδων.

Πολλές γενιές Κυπρίων έζησαν και πέθαναν χωρίς να δουν ποτέ τη θάλασσα ή να γευτούν τους υδάτινους θησαυρούς της. Αυτή ήταν που έπαιρνε παλληκάρια και πατεράδες μακριά στην ξενιτειά για να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα ως προς τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης της οικογένειάς τους στο νησί. Συχνά πυκνά έρχονταν χρονιές δύσκολες και δίσεκτες με ανομβρία ή κακοκαιρία και οι χωρικοί έβλεπαν τη σοδιά τους να καταστρέφεται, άδειαζαν τα κιούπια του λαδιού και ούτε σιτάρι δεν είχαν για να ζυμώσουν τον άρτο τον επιούσιο.

Έτσι άρχισε και η αστικοποίηση. Με την ανοικοδόμηση των πόλεων υπήρχε ανάγκη από χτίστες, εργάτες, χαμάληδες, ξυλουργούς, σκαρπάρηδες, ραφτάδες και κοπελλούδες για να καθαρίζουν, να πλένουν και να προσέχουν τα παιδιά των αστών. Άνοιξαν και τα πρώτα κέντρα αναψυχής πάνω στη θάλασσα, ένα από τα οποία ήταν το Miami, που βρισκόταν έξω από την πόλη, εκεί που τελειώνει η Ακτή Ολυμπίων και ξεκινά το «Δασούδι» με τους ευκαλύπτους του. Τη μέρα λειτουργούσε ως αναψυκτήριο και εστιατόριο ενώ τα βράδια μετατρεπόταν σε κοσμικό κέντρο με μουσική και χορό. Τα δειλινά γιόρταζε εκεί γενέθλια η πρώτη γενιά παιδιών της Λεμεσού, επί ανεξαρτησίας, με τούρτα σαντιγί και το αγγλικό τραγούδι «Happy Birthday to Υou», ενώ τις Κυριακές γίνονταν βαφτίσεις και γάμοι, με το γαμήλιο εμβατήριο του Strauss.

Οι δυο κοπέλες χαίρονται τον ήλιο, τη θάλασσα και το καλοκαίρι που ξεκινά γι’ αυτές με όνειρα κι ανεμελιά, με φλυαρίες και γέλια ασταμάτητα, ενώ η μηχανή του χρόνου δουλεύει ακατάπαυστα κι αυτή. Μιλούν για την οικογένεια που θα αποκτήσουν στο μέλλον και όποια κάνει πρώτη παιδί θα της το βαφτίσει η άλλη, υπόσχονται. Η Αννίκα, που μόλις αποφοίτησε από το γυμνάσιο, είναι ήδη τρελά ερωτευμένη με τον Κόκο και αν οι γονείς της δεν τον δεχτούν, τότε θα αναγκαστούν να κλεφτούν. Η Αίγλη σκέφτεται να πει το ναι στον Παναγιώτη τον όμορφο νέο με τα μελισιά μάτια, που εδώ και μήνες της παίζει κόρτε, χαμογελώντας από μακριά ενώ θέλει να τη ζητήσει σε γάμο. Μόλις έχει προσληφθεί στην Οθωμανική Τράπεζα, μια σημαντική δουλειά για γυναίκα, που θέλει να κρατήσει και όταν κάνει οικογένεια. Δεν ξέρουν πως η ζωή είναι γεμάτη ανατροπές και πως σχέδια και όνειρα σβήνουν συχνά όπως οι πύργοι στην άμμο που τους παίρνει το κύμα.

Για τις δυο ξαδέλφες που κάθονται κάτω από τον ίσκιο της ομπρέλας, στο χρώμα της θάλασσας, χωράει μόνο η χαρά κι ο έρωτας, τα όνειρα, το γαλάζιο και ανεξερεύνητο που τις περιμένει εκεί που τελειώνει η γραμμή του ορίζοντα. Τελειώνουν τα κέρφιου και ο απελευθερωτικός αγώνα της ΕΟΚΑ, το νησί αποκτά την ανεξαρτησία του το καλοκαίρι του 1960 και η Νάτια, το πρώτο παιδί της Αίγλης με τον Παναγιώτη θα γεννηθεί τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, συνομήλικη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Αννίκα θα γίνει η νονά της. Το νεοσύστατο κυπριακό κράτος πριν προλάβει να ενηλικιωθεί, δεκατεσσάρων μόνο χρόνων πάνω στην εφηβεία του, μένει μισό με το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή. Το νησί ακόμη αιμορραγεί και οι κάτοικοί του, αιώνια διχασμένοι ανάμεσα στην τρέλα της εφηβείας και την ενηλικίωση που δεν ήρθε ποτέ, προσπαθούμε να ισορροπήσουμε, τραυματισμένοι, πληγωμένοι και ολίγον τι σχιζοφρενείς.

*Η έκθεση της Δέσποινας Φυσέντζου συνεχίζεται μέχρι τις 3 Ιουλίου 2023, στη γκαλερί Ρουάν, στη Λεμεσό.

dena.toumazi@gmail.com

ΛΕΖΑΝΤΑ
Ζωγραφικός πίνακας: Δέσποινας Φυσέντζου, Αννίκα και Αίγλη, ακρυλικό σε καμβά, 2023