Απαιτείται βαθύς προβληματισμός για να καταλήξει κάποιος ποιο απ’ όλα είναι το σημαντικότερο. Ο θρίαμβος του Μητσοτάκη και η αυτοδυναμία, η οποία λύνει τα χέρια στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας για τα επόμενα τέσσερα χρόνια ώστε χωρίς πίεση και χωρίς εμπόδια να προωθήσει την όποια πολιτική σχεδιάζει; Ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης σε σημείο που να μην προβάλλει αξιωματική αντιπολίτευση στη βάση ισχύος και όχι απλώς μιας δεύτερης θέσης, με εμφανή κίνδυνο για τη δημοκρατία, αφού θα είναι εξαιρετικά δύσκολος ο έλεγχος των κυβερνώντων; Η εκτόξευση της αποχής στο τρομακτικό 48%, το οποίο αποκαλύπτει ένα εξαιρετικά απογοητευμένο και αδιάφορο λαό με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την υγεία μιας χώρας; Ή μήπως εκείνο το τρομακτικότερο «Νενικήκαμεν», το οποίο εκστομίστηκε από έναν φυλακισμένο στον Κορυδαλλό, που αν ζούσε ο Φειδιππίδης και τον άκουγε θα σωριαζόταν νεκρός ταχύτερα απ’ ότι λόγω εξάντλησης όταν έσπευσε τρέχοντας να μεταφέρει στους Αθηναίους το χαρμόσυνο μαντάτο της νίκης στον Μαραθώνα;
Αναμφίβολα τα φώτα της προσοχής στρέφονται στο μεγάλο νικητή, ο οποίος με τις 158 έδρες τις οποίες εξασφάλισε αισθάνεται πλέον άνετος να κυβερνήσει για δεύτερη τετραετία. Με 158 έδρες κυβέρνησε και την πρώτη τετραετία. Πλην όμως τώρα, θα έχει να αντιμετωπίσει στη Βουλή μόνο το ανδρείκελο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε τη διάλυση στα εξ ων συνετέθη, ακολουθώντας με κομμένα τα φρένα τον κατηφορικό δρόμο της επιστροφής στα προ δεκαετίας ποσοστά του.
Αν κάτι είναι εκπληκτικό και οφείλουμε να το αναγνωρίσουμε, είναι ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη πέρασε μια εξαιρετικά ταραχώδη τετραετία την οποία συγκλόνισε η πανδημία και οι συγκρούσεις για τους εμβολιασμούς, ταρακούνησε συθέμελα ο ραγδαίος πληθωρισμός, απείλησε να την πλήξει καίρια το σκάνδαλο κατασκοπείας ενώ η τραγωδία στα Τέμπη φιλοδοξούσε να αποτελέσει το τελειωτικό κτύπημα.
Και όμως, πήγε στις εκλογές του Μάη εξασφαλίζοντας το μεγαλοπρεπές 40,79% και 146 έδρες για να ολοκληρώσει προχθές τον θρίαμβό της με το εντυπωσιακό 40,58% και τις 158 έδρες. Ουδείς δύναται να μηδενίσει πολλά από όσα πέτυχε την τελευταία τετραετία η κυβέρνηση της ΝΔ. Κυρίως, ότι ο Μητσοτάκης εμφάνισε το προφίλ ενός μετριοπαθούς πολιτικού, ο οποίος μπόρεσε να αγγίξει τους κεντρώους και κεντροδεξιούς ψηφοφόρους. Προσφέροντας πάνω απ’ όλα, σταθερότητα στη χώρα, που τόσο πολύ το είχε ανάγκη μετά από τα χρόνια της κρίσης.
Παράλληλα, όμως, ακόμη και οι φανατικότεροι νεοδημοκράτες, αν θέλουν να κοιτάξουν καθαρά την πλήρη εικόνα της ελληνικής πραγματικότητας, οφείλουν να παραδεχθούν ότι η μεγάλη νίκη του Μητσοτάκη οφείλεται, ως επί το πλείστον, στην παταγώδη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ. Κατ’ ακρίβειαν, στην ανυπαρξία της αξιωματικής αντιπολίτευσης τόσο σε επίπεδο πολιτικών προτάσεων και καλής επικοινωνιακής πολιτικής όσο και παρουσίας ισχυρών προσωπικοτήτων στο χώρο. Παρουσίαζε εικόνα κουρασμένου 60άρη, ο οποίος μάταια επιχειρεί να φλερτάρει, αφού η αλλοτινή γοητεία του εξαφανίστηκε κάτω από τις ρυτίδες και τον πολλαπλασιασμό άσπρων τριχών.
Είναι πλέον εξόφθαλμο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παύει να είναι κόμμα εξουσίας. Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ αν και δείχνει να αναγεννιέται είναι μακριά ακόμη από το να εμφανιστεί ως κόμμα εξουσίας. Η πάλη των δύο τα επόμενα χρόνια για το ποιος θα ισχυροποιηθεί σε βάρος του άλλου, διευκολύνουν το πεδίο δράσης της ΝΔ. Αυτό το γεγονός, όμως, σε συνδυασμό με την απογοήτευση ενός στους δύο Έλληνες, ενδεχομένως, να λειτουργήσει σαν μπούμερανγκ για τους νικητές των εκλογών αν δεν προσέξουν ιδιαίτερα. Συνήθως, σε τέτοιο χαλαρό πεδίο αυτοδύναμης δράσης είναι που παρεισφρέουν οι προσωπικές ατζέντες, η διαπλοκή και στη συνέχεια τα σκάνδαλα και η διαφθορά.
Ό,τι και αν πει κάποιος, όμως, για τους νικητές ή τους ηττημένους των εκλογών, πώς να χωνέψει εκείνο το τρομακτικό «Νενικήκαμεν» από το κελί του Κορυδαλλού; Πώς να αντέξει τους καμουφλαρισμένους σε «Σπαρτιάτες» τέως «Χρυσαυγίτες»; Πώς να αντέξει ότι τα τρία ακροδεξιά κόμματα (Σπαρτιάτες, Ελληνική Λύση και Νίκη) τα οποία βρίσκονται πλέον στα έδρανα της Βουλής, φτάνουν συνολικά περίπου το 13% και αθροίζουν πέραν των 663.000 ψηφοφόρων;
Τεράστιε Λεωνίδα, ποιος σου το παραλάλησε, ότι 2.500 χρόνια μετά, θα μόλυναν τους γίγαντες «300» σου με τέτοιο επαίσχυντο τρόπο… Αυτή η προδοσία πονάει πιότερο και από εκείνην του Εφιάλτη! Κάλλιο θάνατος από ξίφος περσικό παρά από μαχαίρι ελληνικό…