«Το σπίτι με το γρασίδι» λέει κάθε φορά με περηφάνεια ο κύριος Αντρέας όταν πρέπει να δώσει οδηγίες σε κάποιους για να βρουν το σπίτι του, αντί να τους πει απλά το νούμερό του.

Εξάλλου είναι το μόνο στη γειτονιά που διαθέτει χλοοτάπητα, μια πολυτέλεια που διέθετε παλιά κυρίως η “high-class” από την εποχή της αποικιοκρατίας. Πράσινο χαλί έχουν στις μέρες μας πολλά σπίτια, οι κήποι του Προεδρικού αλλά και πολυτελών ξενοδοχείων και τα γήπεδα golf.

Τόπος χλοερός και η “Happy Valley”, η κοιλάδα της ευτυχίας, την οποία για χρόνια διασχίζαμε καθ’ οδόν προς Πάφο, προτού κατασκευαστεί ο αυτοκινητόδρομος. Ανακατεύονταν τα στομάχια μας από τις πολλές στροφές, ενώ επιπλέον μας σταματούσαν συχνά για έλεγχο οι Εγγλέζοι, έτσι για να μας εκνευρίσουν. Κάθε φορά έλεγαν οι μεγάλοι όταν ανεβοκατεβαίναμε τους πράσινους λόφους με τη θάλασσα στο φόντο, «επιάσαν μας τα καλλύττερα μέρη οι Εγγλέζοι». Όλα αυτά βέβαια πριν το 1974 γιατί από τότε λέμε «επιάσαν μας τα καλλύττερα μέρη οι Τούρτζοι, ας όψουνται». Όπως τότε, έτσι και σήμερα, όταν περνάμε από δρόμους που υπάγονται στη βρετανική επικράτεια γινόμαστε νομοταγείς πολίτες, ελαττώνουμε ταχύτητα, δεν μιλούμε στα κινητά «γιατί οι Εγγλέζοι γράφουν».

Την Κυριακή ο κύριος Αντρέας ξυπνά τους γείτονες με τον θόρυβο της μηχανής αναρρόφησης με την οποία μαζεύει τα φύλλα από το γρασίδι της αυλής, όπου «κορακούν» και αυτός θέλει το χαλί του να είναι πεντακάθαρο, άσπιλο. Τα «βρουουυυμμμ….» ξεκινούν εκκωφαντικά και ασταμάτητα μια και η έκταση του κήπου είναι μεγάλη, «χωρεί μέχρι εκατόν άτομα καθιστά» στο ετήσιο πάρτι που κάνει κάθε καλοκαίρι, εξαιρουμένης της περιόδου του κορωνοϊού. Ολόκληρο φορτηγό έρχεται για να ξεφορτώσει τραπέζια και καρέκλες, τα οποία ντύνουν με φουρό σαν παρανυμφούλες και στρώνουν τα μπουφέ με του πουλιού το γάλα. Δεν κάνει καρδιά στους γείτονες να παραπονεθούν αφού ο κύριος Αντρέας είναι ένας φιλήσυχος άνθρωπος που δουλεύει σκληρά έξι μέρες την εβδομάδα, οπόταν αν όχι Κυριακή, τότε πότε θα το κάνει; Και έτσι υπομένουν την ηχορύπανση, βάζοντας μαξιλάρια στο κεφάλι.

Η Άννα που μένει σε διπλανή πολυκατοικία, βλέπει από ψηλά το πράσινο οικόπεδο και τις ετοιμασίες ενώ θυμάται το περσινό πάρτι τότε που έγινε το μεγάλο κακό! Ενώ πλησίαζε η μεγάλη μέρα, ο κήπος μετατράπηκε σε καμένη γη αφού «τo αθεόφοβο το σιριβίδι εκατάφαεν το γρασίδι». Αυτό έλεγε όλη μέρα στο τηλέφωνο η γυναίκα του, επιρρίπτοντας την αποκλειστική ευθύνη στον άντρα της, ο οποίος μάταια της εξηγούσε πως και τα ψεκάσματά του έκανε συστηματικά και τα κουρέματα και το πότισμα. «Εσύ φταίεις τζαι δε ίντα που ’ννα κάμεις!».

Έτσι ο ταλαίπωρος σύζυγος, βρήκε τη λύση και την ησυχία του με το πλαστικό συνθετικό γρασίδι που το συνεργείο εγκατέστησε στο πι και φι. Το πάρτι έγινε με την παλιά του αίγλη, χωρίς μάλιστα να βουλιάζουν μέσα στο χώμα οι γόβες και τα τακούνια των κυριών. Ο γείτονας γλύτωσε από κούρεμα, ψέκασμα και όλα τα δύσκολα αλλά του έμεινε το χούι με το μάζεμα των φύλλων με τη μηχανή-εξολοθρευτής, όπως και το πότισμα, ώστε να είναι πεντακάθαρο. Η μανία και η εμμονή μας με το γρασίδι στο μεσογειακό ζεστό μας νησί με προβλήματα λειψυδρίας αποτελεί φαινόμενο που χρήζει έρευνας κοινωνικής ανθρωπολογίας.

Χλοοτάπητες συναντούμε όχι μόνο σε ξενοδοχεία ή σπίτια, αλλά και στη μέση του δρόμου, σε νησίδες, κυκλικούς κόμβους, γενικά σε σημεία όπου κανείς δεν θα περπατήσει, δεν θα ξαπλώσει, ούτε θα το χαρεί ποτέ. Την υψηλού κόστους φροντίδα και τα έξοδα συντήρησής του, τα πληρώνει ο κάθε πολίτης και δημότης. Το μάτι μας διψάει μεν για πράσινο, αλλά ας στραφούμε στα ενδημικά φυτά του τόπου μας που εδώ και αιώνες επιβιώνουν μες στο λιοπύρι του μεσογειακού καλοκαιριού και δέντρα που αν μη τι άλλο μας δίνουν τη σκιά τους και εν αντιθέσει με το γρασίδι δεν επιφέρουν την απώλεια της βιοποικιλότητας και την καταστροφή της κυπριακής χλωρίδας.

Καλό μήνα, καλά μπάνια και εξορμήσεις στο βουνό, σε καταπράσινες οάσεις και μονοπάτια της φύσης.

dena.toumazi@gmail.com