Ο ΕΛΛΗΝΑΣ Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως έγινε γνωστό, θα συναντηθεί με τον Πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο περιθώριο της συνόδου  Κορυφής του ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί στο Βίλνιους της Λιθουανίας στις 11 και 12 Ιουλίου.

Αυτό επιβεβαιώθηκε στη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας, που είχαν την περασμένη Δευτέρα,  όταν ο Τούρκος Πρόεδρος επικοινώνησε με τον Κυριάκο Μητσοτάκη για να τον συγχαρεί για την εκλογική του νίκη. Η συνάντηση αυτή προφανώς και έχει διευθετηθεί πριν τις εκλογές και όχι τυχαία αυτό το ραντεβού θεωρείτο σίγουρο από πολλούς διεθνείς παίκτες, κυρίως όμως από την Αθήνα και την Άγκυρα. Μερικές φορές για τέτοιες συναντήσεις οι προσδοκίες είναι μεγαλύτερες από ότι πρέπει. Μερικές φορές επενδύονται πολλά σε σχέση με το αποτέλεσμα. Δεν σπεύδουμε προφανώς να προκαταλάβουμε το αποτέλεσμα, αλλά πρέπει προσγειωμένα να αντιμετωπίζουμε τις εξελίξεις. Για να μην υπάρξει… ανώμαλη προσγείωση.

ΕΙΝΑΙ ξεκάθαρο και δεν μπορεί τούτο να υποβαθμιστεί. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι είναι σημαντικό να συναντώνται ο Έλληνας Πρωθυπουργός και ο Τούρκος Πρόεδρος. Έχουν άλλωστε εδώ και καιρό να τα πουν. Και αποτελεί ευκαιρία στο περιθώριο μιας τέτοιας σύναξης, που θα γίνουν πολλές διμερείς συναντήσεις, να συναντηθούν Μητσοτάκης και Ερντογάν. Και μόνο η συνάντηση τους, μετά από δεκαπέντε μήνες, θεωρείται εξέλιξη. Πρέπει, όμως, να επισημάνουμε πως μια συνάντηση αξιολογείται- πριν να πραγματοποιηθεί- με βάση τα πραγματικά δεδομένα. Είναι εκτίμησή μας, με βάση τι έχουμε ενώπιον μας, ότι δεν θα πρέπει να αναμένονται σημαντικές εξελίξεις.

ΓΙΑ να υπάρξουν «ανατροπές» και να δρομολογηθούν εξελίξεις θα πρέπει η Τουρκία να εγκαταλείψει την αναθεωρητική της πολιτική έναντι της Ελλάδος, αλλά και της Κύπρου. Όταν ο στρατηγικός στόχος της κατοχικής δύναμης είναι η υλοποίηση του «οράματος» της «Γαλάζιας Πατρίδας» τι πρέπει να αναμένουμε; Η Άγκυρα μονίμως επιχειρεί να θέσει στην ατζέντα των συζητήσεων τις παράλογες, παράνομες αξιώσεις της. Τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να συζητηθούν. Δεν μπορεί να είναι στην ατζέντα των οιονδήποτε συναντήσεων. Γι αυτό και διάλογος μπορεί να υπάρξει για ζητήματα, που είναι εντός του διεθνούς δικαίου. Την ίδια ώρα, οφείλουμε να επισημάνουμε πως το Κυπριακό προφανώς και δεν είναι ελληνοτουρκική διαφορά, αλλά  δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να παραγνωριστεί. Δηλαδή, δεν μπορεί ελληνική κυβέρνηση να θεωρεί ότι έχει αποκαταστήσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις με άλυτο το Κυπριακό. Με συνεχιζόμενη από την Τουρκία κατοχή εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας.