Αφιερωμένο στην Κλέλια και σε όσες χορεύουν και ονειρεύονται στις θάλασσες και στα δάση μας
Ανέβαινα συνέχεια, ως ο δρόμος μου να μην είχε τελειωμό… Έβλεπα από κάτω τους βράχους, τις παραλίες ν ’απομακρύνονται, τη θάλασσα ν ’αλλάζει χρώμα, τα ρεύματα ν’ αποκαλύπτονται ξεδιάντροπα και να κουβαλούν μαζί τους ό,τι άλλοι δεν θέλουν, έβλεπα τ’ απέναντι βουνά και ζήλευα… Και εκεί που ένιωσα ελεύθερη από την παντοδυναμία όλων όσων με αγκάλιαζαν, κάτι έμπαινε και έβγαινε στον ορίζοντα μου.
Κάτι αδιευκρίνιστο, μια μορφή αλλόκοτη, δεν ξέρω αν με οδηγούσε, ήταν γύρω μου, ούτε κατάλαβα, ούτε είδα καλά-καλά το φως, ήταν τόσο εκτυφλωτικό, ούτε τρόμαξα, ούτε έδωσα σημασία, προχωρούσα. Αποκλείεται να είσαι μόνος, σκέφτηκα, στη φύση δεν είσαι μόνος, ούτε κυρίαρχος, είσαι μέρος, απειροελάχιστο, μηδαμινό… Εμένα άλλα με απασχολούσαν, ανησυχητικά, εσώψυχα επιφανειακά και μη, κάτι καράβια μακρινά, κάτι πελάγη ξένα. Μόνο ο σκύλος μου ήταν ατάραχος και ακολουθούσε τον βηματισμό μου. Ανεβαίναμε και οι δυο σταθερά.
Συνειδητοποίησα ότι απομακρυνόμουνα από το χωμάτινο μονοπάτι, έβλεπα γύρω μου τους ψηλούς, τους πανύψηλους και ολόισιους κορμούς των πεύκων, μια γραμμή ήταν, μια γραμμή επαναλαμβανόμενη, ίδια υφή, ίδιο χρώμα, ίδιο ύψος… Τα δέντρα, τα πεύκα δεν ανταγωνίζονται το ένα το άλλο! Όλα ένα θέλουν, να δουν τον ήλιο, τίποτα άλλο. Μεγαλώνουν, θεριεύουν, ξεφεύγουν από όρια… Όρια δεν υπάρχουν στα δάση, ούτε στα δέντρα, ούτε στον ουρανό. Όρια μόνο ο άνθρωπος έχει και το σαθρό του το κεφάλι!
Σκεφτόμουνα τα κατάρτια των πλοίων, ανθρώπους που έκοβαν παλιά κορμούς χωρίς μηχανές με ήχους ενοχλητικούς. Με τη δύναμή της παλάμης τους, με το μυαλό τους ακόνιζαν, με την αγάπη τους στρογγύλευαν αιχμές και αγκάθια. Ξέρω ένα τοπωνύμιο, Τρύπες λέγεται, είναι πάνω από τον ποταμό μου, τον Σύμπουλα, τον Σύμβουλο του Μεγαλέξαντρου! Είχα διαβάσει ότι έριχναν τους κορμούς μέσα σε βαθιές τρύπες και ο ποταμός τους έβγαζε στη θάλασσα, στα καρνάγια και αυτοί κτίζανε καράβια, η ζωή τους ήταν τα καράβια, είχαν γυναίκες, παιδιά, σπίτια, πανδοχεία, παζάρια, είχαν ζωές αυτούσιες και αληθινές.
Από τότε ψάχνω το βυθό της θάλασσας να βρω πόλεις, σπίτια, ναούς, χωριά, ανθρώπους, δέντρα, κατάρτια, έτσι όπως κατρακύλησαν μια μέρα της αιωνιότητας. Χτενίζω το πέλαγος εδώ και χρόνια, από τη Ροτσιά του Αη Παϊρακτάρη, έτσι λέγονται οι βράχοι, περνώντας από τον Όρμο Παραδείσου, μέχρι τον Καμηλόκρεμμο και τον Πεζουνόσπηλιο. Επαναληπτικά, φορτικά ψάχνω πολιτείες και καρνάγια, μόλις χαράξει το φως… Και περιμένω το δειλινό να αποβάλω τη θάλασσα από το πετσί μου και ν’ ανέβω να βρω τις Τρύπες, να τις δω, να καταλάβω πώς έριχναν τους κορμούς, πώς έφτιαχναν καράβια.
Ανέβαινα επικίνδυνα, ο σκύλος άρχισε να κουράζεται, εγώ καθόλου, όσο ανέβαινα τόσο σκεφτόμουν καράβια, ξωτικά, ένα δάσος που απλωνόταν μπροστά μου, σκοτεινό, αφιλόξενο. Ψηλά, ένα σμήνος πελαργών πετούσε με γεωμετρικούς σχεδιασμούς, ένας, ο αρχηγός, τα υπόλοιπα πουλιά σε γραμμές άλλαζαν πορεία, μια βόρεια, μια νότια… Ο θερμός αέρας της ενδοχώρας τα έδιωχνε. Ένιωθα τον αέρα που στριφογύριζε, τη μέρα να φεύγει, το πυκνό δάσος να πλησιάζει… Ανέβαινα μέχρι που είδα ένα ξέφωτο με πέτρες στρογγυλεμένες, στοιβαγμένες με κόπο και μεράκι, ένα αλώνι ως έργο τέχνης καμωμένο από ανθρώπου χέρι. Εξαφάνισα τα καράβια από το μυαλό μου και άραξα σε γη στέρεα, πατημένη. Σταματήσαμε και οι δυο στο κέντρο.
Μια θεατρική παράσταση. Γύρω οι θεατές, κλαδιά, πράσινα κλαδιά που απορροφούσαν τα πάντα, το οξυγόνο, εμένα, τη θέα, τον κόσμο… Με περιτριγύριζαν πεύκα ορθόκλωνα σε κυκλικό σχεδιασμό όπως αρμόζει σε μια αρχαία τραγωδία. Κορυφαίος, ένας γέρικος πεύκος, ξεδοντιασμένος. Χορός, κορμοί ελιόδεντρων να στροβιλίζονται, να πέφτουν, να σηκώνονται. Γύρω ήχοι άγνωστοι και γνώριμοι, θελκτικοί, μυστικοί. Στο κέντρο της παράστασης, πρωταγωνιστές οι δυο μας, ο σκύλος κι εγώ. Σκηνικό το δάσος, το μελλούμενο σκοτάδι, το πράσινο που ασήμιζε, τα κλαδιά που έμοιαζαν χέρια, το όλον.
Και μπροστά στα μάτια μου, κλέβοντας όλη την παράσταση που εξελισσόταν, το ξωτικό που με παρέσυρε… Μπήκε στην παράσταση και έσυρε πρώτη το χορό, χαμογελούσε. Εκεί μόνο κατάλαβα ότι δεν ήταν ξωτικό, ήταν γυναίκα, μεστή, ώριμη, δεν είδα το πρόσωπό της, έβλεπα μόνο ένα ρούχο που σκέπαζε το σώμα της, όλο, από τα μαλλιά μέχρι τα δάκτυλα των ποδιών της. Οι κινήσεις της φευγάτες, τρυφερές, γυναικείες, άγγιζε το χώμα και μετά τον ουρανό, τα μάτια μου την έχαναν, το φως έφευγε σιγά – σιγά, ο πρώτος ήχος, ο ήχος πλάγιος, ο δεύτερος. Η μορφή πέρασε ξυστά από πλάι μου. Κάθισα κατά γης να καταλάβω: Μπροστά μου εξελισσόταν μια θεατρική παράσταση με θεατές, σκηνικό, πρωταγωνιστές, ξωτικά, σκύλους, ήχους, πελαργούς…
Ο σκύλος βαρέθηκε, απομακρύνθηκε. Εγώ έμεινα στο θέατρο και παρακολουθούσα την παράσταση σιωπηλή. Ρόλο δεν είχα. Άλλοι είχαν, όλοι οι άλλοι εκτός από μένα. Η νύχτα άρχισε να πέφτει. Δεν έψαξα να δω το ηλιοβασίλεμα. Το βαρέθηκα, μονότονο και εγωκεντρικό, αυτός, ο εις και μόνος. Τον αγνόησα και χάρηκα που το σκοτάδι γινόταν όλο και πιο πυκνό. Έμεινα εκεί, κουλουριασμένη με τις πέτρες όλο το βράδυ. Κάποια στιγμή η παράσταση τέλειωσε, η γυναίκα πλησίασε, με σκέπασε με το ρούχο του σώματός της και έφυγε.
Κοιμήθηκα και το επόμενο πρωί έφτιαξα ένα καινούργιο καράβι και το πήγα στην Κλέλια.