Κανείς δεν μπορεί να πιστεύει ότι με τις κινήσεις στις οποίες προβαίνει η Λευκωσία μπορεί να επαναρχίσουν αύριο-μεθαύριο οι συνομιλίες στο Κυπριακό, ούτε και μπορεί να αναμένει κάποιος ότι λόγω κάποιων αναφορών στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, από τη μια στιγμή στην άλλη, θα επανέλθει η τουρκική πλευρά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Όπως βεβαίως είναι ουτοπία, να πιστεύει ο οποιοσδήποτε, ότι αυτή τη στιγμή θα έρθει η Ευρωπαϊκή Ένωση να επιβάλει απεσταλμένο στο Κυπριακό απλώς και μόνο επειδή της το ζήτησε η κυπριακή κυβέρνηση.

Αν προσεγγίσουμε τις εξελίξεις στο Κυπριακό με ρεαλισμό θα δούμε πως: (α) όλες οι κινήσεις που είχαν γίνει τα προηγούμενα χρόνια μέχρι και το 2021, ήταν με την σύμφωνη γνώμη/έγκριση της τουρκικής πλευράς, η οποία φρόντιζε να έχει τον πρώτο λόγο των κινήσεων, και (β) σε κάθε φάση των διαπραγματεύσεων η τουρκική πλευρά επεδίωκε να βγαίνει κερδισμένη σ’ ότι αφορά το περιεχόμενο λύσης του Κυπριακού ή τουλάχιστον να μην φέρει (στα μάτια της διεθνούς κοινότητας) την ευθύνη του αδιεξόδου.

Σ’ αυτές τις δύο παραμέτρους θα πρέπει να προσθέσουμε και τη διεθνή πραγματικότητα: μια Τουρκία η οποία παίζει ρόλο σε διεθνείς κρίσεις, παίζει ρόλο σε τοπικές και περιφερειακές διενέξεις, ίσως ο πιο σημαντικός εταίρος στο ΝΑΤΟ μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες (ενδεχομένως και τη Βρετανία), και η οποία—όπως φαίνεται μέσα από τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο—μπορεί να βρεθεί σε θέση διαμεσολαβητή. Και όλα αυτά στη παγκόσμια πολιτική πραγματικότητα παίζουν ρόλο, μπαίνουν στη ζυγαριά, την ώρα που θα παρθεί μια απόφαση ή θα πρέπει να καταμεριστούν ευθύνες.

Μέσα από αυτές τις δοσμένες συνθήκες η Λευκωσία ξεκίνησε από τον περασμένο Μάρτη μια προσπάθεια που στόχο έχει—σύμφωνα με τα όσα υποστηρίζει ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης—να προκαλέσει κινητικότητα στο Κυπριακό. Κινήθηκε προς την κατεύθυνση που πίστευε ότι υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες αλλά και πιθανότητες να υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα, κάποια κινητικότητα. Στο μόνο πεδίο που υπήρχε κάποιο περιθώριο ήταν αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί στο πεδίο των Ηνωμένων Εθνών είναι πολύ ξεκάθαρο πως δεν πρόκειται να γίνει καμιά απολύτως κίνηση χωρίς να ανάψει προηγουμένως πράσινο φως από την Άγκυρα.

Στο εσωτερικό, σε επίπεδο κομμάτων αλλά και αρκετών πολιτικών προσώπων, υπήρξε από νωρίς μια αμφισβήτηση των προθέσεων της Λευκωσίας. Είτε γιατί θεωρούσαν ότι ο νυν Πρόεδρος αναζητούσε τρόπο να μην πάει σε διαπραγματεύσεις, είτε γιατί έδιναν (όπως πολλές φορές συνέβη και στο παρελθόν) μεγαλύτερη βαρύτητα στα όσα υποστηρίζει η τουρκική πλευρά αντί η ελληνοκυπριακή. Από την αρχή των συγκεκριμένων κινήσεων της κυπριακής κυβέρνησης υποστηρίζεται από τους ίδιους κύκλους ότι όλα αυτά είναι πολύ λίγα και δεν θα οδηγήσουν το Κυπριακό πίσω στις ράγες των διαπραγματεύσεων.

Διαπραγματεύσεις, να το ξαναπούμε, δεν θα ξεκινήσουν παρά μόνο όταν η τουρκική πλευρά αποφασίσει ότι θέλει να επιστρέψει στο τραπέζι των συνομιλιών. Να αναγκαστεί η τουρκική πλευρά να κάτσει στο τραπέζι των συνομιλιών είναι εκτός πραγματικότητας ακόμα και ως σκέψη. Άρα δεν μπορούμε να μιλάμε για συνομιλίες τουλάχιστον στο ορατό πολιτικό μέλλον των επόμενων 2-3 μηνών. Εκείνο για το οποίο φαίνεται να επιδιώκεται αυτή τη στιγμή είναι μια κινητικότητα μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία θεωρείται από κάποιους ότι δεν είναι αρκετό. Βεβαίως, αυτοί που λένε ότι είναι λίγο δεν καταθέτουν την δική τους πρότασης ως προς τι περισσότερο μπορεί να γίνει αυτή τη στιγμή ώστε να υπάρξει κινητικότητα.

Πέραν όμως όλων αυτών, τους τελευταίους μήνες καταγράφεται και μια άλλη παραδοξότητα: αυτοί που αμφισβητούν σήμερα το ρόλο της ΕΕ στις προσπάθειες λύσης του Κυπριακού ήταν αυτοί που πανηγύριζαν τον Δεκέμβρη του 1999 ότι μέσα από τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις ΕΕ-Τουρκίας θα ανοίξει ο δρόμος για λύση, γιατί πλέον δημιουργηθεί μια ευρωπαϊκή Τουρκία. Σήμερα οι ίδιοι κύκλοι (των αυτοαποκαλούμενων ευρωπαϊστών) κατηγορούν όσους αναφέρονται στο ρόλο της ΕΕ ως προσπάθεια παράκαμψης των Ηνωμένων Εθνών!