Το Κυπριακό, στην μακρά του ιστορία, βρέθηκε πολλές φορές σε σημείο εκκίνησης/επανεκκίνησης μετά από μια διακοπή των διαπραγματεύσεων ένεκα αδιεξόδου στην αμέσως προηγούμενη προσπάθεια. Η παρούσα είναι, ενδεχομένως, η μεγαλύτερη σε διάρκεια κενή περίοδος σε διαπραγματεύσεις στο Κυπριακό, στην μετά την ανεξαρτησία περίοδο. Είναι, εκ των πραγμάτων, αναμενόμενο ότι για να γίνει κατορθωτή μια επανεκκίνηση στο Κυπριακό θα πρέπει να καταβληθεί μεγαλύτερη και πιο στοχευμένη προσπάθεια όχι μόνο από τους άμεσα ενδιαφερόμενους αλλά και από το διεθνή παράγοντα.
Ποια είναι όμως η κατάσταση πραγμάτων αυτή τη στιγμή; Από τη μια έχουμε την ελληνοκυπριακή πλευρά η οποία έδειξε, μέσα από μια σειρά ενεργειών, να θέλει να υπάρχει εκ νέου κινητικότητα στο Κυπριακό. Από την άλλη είναι η τουρκική πλευρά η οποία έχει κολλήσει στην απαίτηση να γίνει αποδεκτή η κυριαρχική ισότητα των Τουρκοκυπρίων πριν δεχθεί να συζητήσει το εάν θα επαναρχίσουν οι συνομιλίες. Και απέναντι στις εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής ηγεσίας βρίσκονται τα Ηνωμένα Έθνη τα οποία προσεγγίζουν το όλο ζήτημα από δύο κατευθύνσεις.
Είναι εμφανές από τα όσα καταγράφονται τους τελευταίους 3-4 μήνες, αλλά και από τις εκθέσεις του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών ότι: (α) ο ΓΓ Αντόνιο Γκουτέρες δείχνει να θέλει να δει το Κυπριακό να κινείται ξανά προς τις συνομιλίες και γι’ αυτό βλέπει θετικά τις όποιες προτάσεις/κινήσεις/ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση, και (β) ο ειδικός αντιπρόσωπος του ΓΓ ΟΗΕ στην Κύπρο, Κόλιν Στιούαρτ, ο οποίος έδειξε—μέσα από μια σειρά ενεργειών—να επιλέγει, στην απουσία συνομιλίων, την ειρηνική/γειτονική συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων για να υπάρχει ηρεμία στο νησί.
Η προσέγγιση Κόλιν Στιούαρτ δεν είναι αρνητική, είναι θετική και μπορεί να συμβάλει στην δημιουργία ενός κλίματος το οποίο θα μπορεί να βοηθήσει στο μέλλον. Όμως το πρόβλημα του Κυπριακού αυτή την στιγμή δεν είναι το εάν μπορούν ή όχι να συμβιώνουν αρμονικά δίπλα-δίπλα Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Η εμπειρία των τελευταίων 20 χρόνων έδειξε πως σε επίπεδο απλών ανθρώπων η αρμονική συνύπαρξη δεν είναι προβληματική. Από τη στιγμή που εκατοντάδες άτομα καθημερινά κινούνται εκατέρωθεν του συρματοπλέγματος χωρίς να μπαίνουν σε λογικές πολιτικών αναλύσεων ή ιδεολογικών ενδοιασμών, είναι (κατά την γνώμη μου) άνευ ουσίας οι εκπρόσωποι του διεθνούς οργανισμού να αναλώνονται στη διοργάνωση συναντήσεων, εκδρομών, κατασκηνώσεων και άλλων πανηγύρεων οι οποίες δεν έχουν προσθέσουν επί τους ουσίας στο θέμα Κυπριακού.
Εάν, λοιπόν, οι εκπρόσωποι του διεθνούς οργανισμού θέλουν να συμβάλουν πραγματικά στις προσπάθειες να λυθεί το Κυπριακό πρέπει να αφήσουν τις χαρές και τα πανηγύρια και να πάνε πίσω στην πραγματική πολιτική, η οποία βεβαίως είναι πολύ πιο κοπιαστική και απαιτεί ένα συνεχές πήγαινε-έλα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Το να κάθεται κάποιος και να συνομιλεί με άτομα από τις δύο κοινότητες που συμφωνούν σε όλα, συμπεριλαμβανομένης και της μορφής λύσης του Κυπριακού (και που η άποψή τους μπορεί να είναι αντίθετη με των ηγεσιών τους), δεν παράγει κάποια πολιτική που θα επαναφέρει το Κυπριακό σε πορεία συνομιλιών.
Εκείνο που χρειάζεται να γίνει από τους εκπροσώπους του διεθνούς οργανισμού είναι πραγματικές συνομιλίες/συζητήσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές. Προς τα εκεί θα πρέπει να κινηθεί και να εργαστεί σκληρά ανεξαρτήτως του ποιες προσεγγίσεις μπορεί να έχει η μια ή η άλλη πλευρά. Ούτε οι λογικές τύπου «πρέπει να θέλουν οι δύο πλευρές για να μπορούν και τα ΗΕ να βοηθήσουν» μπορεί να σταθούν σε μια λογική προσέγγιση, ούτε και βεβαίως μπορεί να ελπίζει ο οποιοσδήποτε πως στο μέλλον, κάποια στιγμή, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι θα αγανακτήσουν και θα βγουν στους δρόμους και να εξαναγκάσουν τις ηγεσίες τους να καθίσουν κάτω και να συμφωνήσουν σε λύση. Οι εξεγέρσεις, τύπου λαϊκών κινητοποιήσεων, είναι ξένες προς τους Κύπριους (Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους).