Μάνααά μου, πάει τζ’ η Ζουνού…! Εγέλασέν της ο Κωστής τζ’ εκατάστρεψέν την. Τζ’ έλεεν της το η μάνα της “καλλύττερα να σου φκει τ’ αμμάτιν παρά το όνομαν κόρη μου”. Τωρά ποιος έννα την πάρει που έχασε την παρθενιά της, ίντα που ’ν να την κάμει… Έτο μόνον αν ιβρεθεί κανένας γέρος σιηράτος ή Εγγλέζος. Τούντην φυλήν εν τζαι κόφτει την, παίρνουν τες τζ’ έτσι…
Αφού μπαίνει μεσ’ στην εκκλησίαν η νύφφη με άσπρο νυφφικό τζαι εν ’εν παρθένα. Πάλαι καλά που εν χορεύκουν τζαι τον χορόν του Ησαΐα. Με στέφανα φορούν, με λοκκούμιν διούν, τίποτε. Οι Εγγλέζοι ακούεις εν ζητούν με προίκαν, κάμνουν δουλειές του σπιθκιού τζαι βουρούν τα κοπελλούδκια. Στους γάμους τους, μακάρι να ’ποσώσουν καμιά πενηνταρκάν πλάσματα, ούλλα τζ’ ούλλα. Αν ιφτάσουν τους εκατόν, ου, πάει να πει πως εκάμαν μεγάλον γάμον. Οι κουμπάροι τζ’ οι κουμέρες μας εν πιο πολλοί που τους καλεσμένους τους. Πού εμείς, κόρη μου, που περνούμεν τους σίλιους τζαι τραπεζώννουμεν ούλλον τον κόσμον…
Επήεν ο τζύρης της Ζουνούς τζ’ ήβρεν τον δικόν του Κωστή, να τον ττεμπισιάσει να την πάρει. “Μα εν γινήσκεται είπεν του, εν λογιασμένος με άλλην που τα Βαρώσια, εννά ’ρτουν τον άλλον μήνα για τα χαρτώσια. Τζαι ίντα ’ν που φταίει ο μιτσής, αν η κόρη σου εκλώννετουν μες στην γειτονιάν τζαι είσιετε την ξαπόλυτην να γυρίζει μες στα σινεμά τζαι στους περιπάτους, με κοντά τζαι τελαντωτά φουστάνια;”. Τζ’ επήεν τζ’ ήβρεν τον προξενητή για να του έβρει άξιππα μιαν νύφφην να χαρτώσουν τον Κωστή, να τελειώνει τούτη η ιστορία, να το πάρουν απόφαση η Ζουνού τζαι οι γονιοί της. Εφέραν του μιαν Βαρωσιωτούν, ομορφονιάν, χαμηλοβλεπούσαν, που είσιεν τζαι το δικόν της. Είδεν την ο γιός τζ’ άρεσεν του τζαι εκάμαν ττόκκα. Εστήσαν γάμον τρικούβερτον, εσυνάχτηκεν κόσμος τζαι που δες δκυό πόλεις, ούλλη η Σκάλα ήταν καλεσμένη, εκτός που την οικογένεια της Ζουνούς, που ερωμάνισεν τες πόρτες τζαι ούτε στην αυλή εν εφκήκαν τζ’ ενεκαλιούνταν για μέρες. “Εγίναμεν περίγελο, έμαθεν ούλλη η Σκάλα τες πομπές σου”.
Την ώραν που εφκήκεν ’που την εκκλησιάν το αντρόυνον, άρχισεν να βρέσιει πετρούες τζαι χώματα που τον ουρανόν, τζ’ έγινεν γέριμον το νυφφικό, τζ’ έκλαιεν η νύφφη τζ’ ούλλοι εσταυροκοπιούνταν. Κανένας εν εφαντάστηκεν πως ήταν οι αρφούδες της Ζουνούς που εφκήκαν στο καμπαναρκόν για να πετάσσουν χώματα τζαι τσιακκίλια. Η ίδια εν επαντρεύτηκε ποττέ. “Κάλλιον να μείνω στο ράφιν παρά να πάρω άντραν που εν τον θέλω. Είδαμεν τζι’ επάθαμεν να δκιώξουμεν που τον τόπο μας τους Εγγλέζους, εν να τους βάλλουμεν έσσω μας τωρά;”. Ως το τέλος της ζωής της, όποτε επερνούσεν η Βαρωσιωτού, έριχνεν της πέτρες τζαι εξιτίμαζεν την γι’ αυτό τζαι τζείνη η γέριμη επογύριζεν, για να μεν δώκει πάνω της».
Έξι δεκαετίες πέρασαν από τότε. Παρόλο που η Ζουνού έφυγε από τη ζωή, η ηλικιωμένη πια Βαρωσιωτού, φοβάται ακόμη να περάσει από το άδειο σπίτι απ’ όπου ακούγονται φωνές μέσα από τους τοίχους. Ιστορίες χαράς και πόνου ζυμώνονται και γράφονται μέσα στον πλίνθο, που με το πέρασμα του χρόνου απορροφά γέλια και κλάματα, καημούς, τραγούδια και μοιρολόγια. Φωνές γυναικών που για αιώνες έζησαν μέσα σε κάμαρες κλειστές, πνίγοντας τη ντροπή, τις ενοχές, το δίκαιό τους. Μα ακούγονται και οι φωνές της πλειοψηφίας των γυναικών που ακολούθησαν τον μοναδικό δρόμο που η κλειστή συντηρητική κοινωνία και η εκκλησία είχε προκαθορισμένο γι’ αυτές: Να παντρευτούν έναν άγνωστο, να κάνουν παιδιά μαζί του και να τον υπηρετούν μέχρι το τέλος της ζωής τους.
Η φωνή της Ζουνούς σμίγει με αυτές άλλων γυναικών που έζησαν και πέθαναν στα σπίτια μιας παραλιακής ή χερσαίας πόλης του νησιού ή στην ύπαιθρο, οι οποίες αποπλανήθηκαν, καταπιέστηκαν, υπέμειναν, άντεξαν, περνώντας τη ζωή τους μέσα σε τοίχους από πλίνθο, πέτρα ή τούβλα. Μα όλα τα σπίτια είχαν παράθυρα που οι γυναίκες άνοιγαν κάθε πρωί για να καλωσορίσουν τη νέα μέρα, να φέρουν το φως μες στο σπίτι, τις μυρωδιές του γιασεμιού τα καλοκαίρια, του νοτισμένου χώματος τον χειμώνα. Όλα τα σπίτια μύριζαν καφέ και φαγητά που μαγείρευαν καθημερινά για να θρέψουν την οικογένειά τους. Οι μυρωδιές τους, φίλτρα μαγικά πλανούνται ακόμη στις γειτονιές και πάνω από τις πόλεις και τα χωριά. Τα βράδια προτού κλείσουν τα παντζούρια το σπίτι γέμιζε με αστέρια που τις συντρόφευαν τις ήσυχες νύχτες μέχρι και το επόμενο πρωί. Από τα ανοιχτά παράθυρα πετούσαν οι καημοί και οι πόθοι τους ταξίδευαν μακριά, πέρα από τις κλειστές κάμαρες και τις τζαμαρίες, όπου τα δειλινά έραβαν ή κεντούσαν τον καημό τους. Ταξίδευαν πέρα από το απομονωμένο νησί και τους ατέλειωτους αιώνες μοναξιάς.
dena.toumazi@gmail.com
ΛΕΖΑΝΤΑ
Ζωγραφικό έργο: Αργύρης Κωνσταντίνου, «Ράφταινες», σχέδιο με μολύβι σε χαρτί