Καθώς ο ανταγωνισμός των ΗΠΑ με την Κίνα εντείνεται, οι υπόλοιπες χώρες αντιμετωπίζουν όλο και περισσότερο το δίλημμα να συνταχθούν είτε με τη μια είτε με την άλλη. Αυτή δεν είναι μια επιλογή που οι περισσότερες χώρες επιθυμούν να κάνουν, καθώς απολαμβάνουν τα οφέλη της ασφάλειας και της οικονομίας από την συνεργασία τους τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με το Πεκίνο.
Το δίλημμα είναι ακόμη μεγαλύτερο για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κίνα είναι οικονομικά παρούσα στα περισσότερα κράτη μέλη σε πολύ μεγάλα αναπτυξιακά έργα και σε σημαντικές υποδομές. Ο μεγάλος φόβος είναι πως αυτή η οικονομική παρουσία μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε πολιτική και διπλωματική επιρροή. Επιπλέον, η πανδημία του νέου κορωνοιού έδειξε πως η συγκέντρωση σε λίγες μόνο χώρες ή ακόμη και σε μόνο μία χώρα προέλευσης πρωτογενών, ενδιάμεσων και τελικών προϊόντων μπορεί να οδηγήσει σε εξαρτήσεις.
Μπροστά σε αυτό το φόβο που είναι εύλογος, η Γερμανία αποφάσισε να διαφοροποιήσει την εθνική της στρατηγική απέναντι στην Κίνα. Μάλιστα, δημοσιοποιήθηκε και το κείμενο το οποίο στο εξής θα αποτελεί την κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση κάθε μορφής κυβερνητικής, αλλά και εμπορικής πολιτικής σε σχέση με το Πεκίνο.
Το ζήτημα είχε διχάσει τον κυβερνητικό συνασπισμό. Από τη μια ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς ήταν υπέρ μιας πιο ήπιας στάσης, καθώς δεν θέλει να διαταραχθούν τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα που έχει η Κίνα στη Γερμανία, όπως για παράδειγμα οι επενδύσεις στο λιμάνι του Αμβούργου. Από την άλλη πολιτικοί όπως η υπουργός Εξωτερικών, Αναλένα Μπέμποκ αντιδρούν στο ότι η χώρα τους διατηρεί εδώ και χρόνια μια ιδιαίτερα ευρεία εξάρτηση και επιδιώκουν να μπει ένα τέρμα.
Φαίνεται πως επικράτησε η γραμμή της δεύτερης τάσης. Ίσως γιατί η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έδειξε πως τα πολλά πάρε δώσε με χώρες με τις οποίες δεν υπάρχουν κοινές δημοκρατικές αξίες, που δεν έχουν μέσα στις προτεραιότητές τους τα ανθρώπινα δικαιώματα και που εκμεταλλεύονται τη θέση ισχύος τους για να επιβάλουν τα συμφέροντά τους, πρέπει να αποφεύγονται.
Αυτό δεν σημαίνει πως το Βερολίνο θέλει να αποσυνδεθεί από το Πεκίνο. Άλλωστε, αυτό είναι κάτι σχεδόν αδύνατο στις μέρες μας, όπως έχει διαμορφωθεί η παγκόσμια οικονομία και το εμπόριο, εκτός αν μια χώρα έχει διάθεση να μεταμορφωθεί σε Βόρεια Κορέα. Όπως το έθεσε η Αναλένα Μπέρμποκ «δεν θέλουμε να αποσυνδεθούμε από την Κίνα, αλλά να ελαχιστοποιήσουμε τους κινδύνους», επισημαίνοντας ότι το ζήτημα είναι να υπάρχουν εναλλακτικές επιλογές στο εμπόριο και στις αλυσίδες εφοδιασμού, καθώς αυτό ενισχύει τις αντοχές της Γερμανίας.