«Σήμερα φτιάχνουμε κεφτέδες» έγραφε το notification που έφθασε νωρίς το πρωί στο κινητό και δεν θα ενοχλούσε καθόλου αν συνέβαινε μια κανονική μέρα. Όπως και να το κάνουμε όμως, στην επέτειο της τραγωδίας στο Μαρί, η ενημέρωση δεν μπορεί να ξεκινά με συνταγή μαγειρικής. Ναι μεν η ζωή συνεχίζεται αλλά η χαραυγή της συγκεκριμένης μέρας απαιτεί περίσκεψη. Το ελάχιστον.

Δεν είναι μόνον οι ειδοποιήσεις για τις συνταγές που ενοχλούν. Είναι και το «σε πια παραλία θεάθηκε η… τάδε», δίπλα από τη φωτογραφία της κυρίας Ανδριάνας που κρατά τη φωτογραφία του Θανάση της και φωνάζει για δικαιοσύνη. Ενοχλητικό είναι και το «αποκαλυπτικό ρεπορτάζ» για τον «μεγάλο έρωτα τoυ δημοφιλούς τραγουδιστή» στην ίδια σειρά με το μνημόσυνο για τους αδικοχαμένους του Μαρί. Είναι και πολλά άλλα ενοχλητικά της ψηφιακής ενημέρωσης, που δεν ξεχωρίζει τα φαιδρά από τα σοβαρά, αρκεί να είναι μεγάλης επισκεψιμότητας.

«Θέλω να γνωρίζετε ότι θα κάνω ό,τι είναι δυνατόν, έτσι ώστε η θυσία τους να μετατραπεί σε ασπίδα προστασίας για τους πολίτες, εφαλτήριο και δέσμευση για να πράξουμε όλα όσα απαιτούνται ώστε μέσω του εκσυγχρονισμού και της αναβάθμισης των διαδικασιών, των κανόνων λειτουργίας και ελέγχου, της συνεχούς εκπαίδευσης, να διασφαλισθεί ότι δεν θα ξαναζήσει η Κύπρος μια τέτοια τραγωδία», ήταν τα λόγια που είπε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απευθυνόμενος στις οικογένειες των αδικοχαμένων της φονικής έκρηξης της 11ης Ιουλίου. Πολύ σωστά τα είπε ο Πρόεδρος και μακάρι να μην ζήσουμε ποτέ μια τέτοια τραγωδία, αλλά δυστυχώς, η Ιστορία μας είναι γεμάτη από λάθη και τραγωδίες, τις οποίες δεν προλάβαμε να αποτρέψουμε.

Κι αν για το Μαρί έχουμε ως ελαφρυντικό ότι κατά τον Πόλυ Πολυβίου ήταν «an accident waiting to happen» σαν αποτέλεσμα της ανεπάρκειας, τι να πούμε για τις μεγάλες τραγωδίες του Ιούλη, που οφείλονται σε εγκληματική προδοσία και ασύγγνωστη αφέλεια; Μακάρι να έχουμε μάθει από τα λάθη μας αλλά είναι συνεχή και επίπονα τα notifications που ενοχλούν τη μνήμη. Και τη λογική. Και την αισθητική. Σημάδια που βγάζουν πόνο για όσους έχασαν ανθρώπους και είδαν τις ζωές τους να ανατρέπονται μέσα σε μερικές ώρες, γιατί κάποιοι ήθελαν να αποδείξουν ότι είναι περισσότερο πατριώτες από τους άλλους.

Κάθε φορά που διαμαρτυρόμαστε για ανυπαρξία κουλτούρας ελέγχου και λογοδοσίας, καλό θα ήταν να ανατρέχουμε στα πρώτα χρόνια της Ανεξαρτησίας της Κύπρου. Εκεί εντοπίζονται τα μεγαλύτερα ελλείμματα δικαιοσύνης, με πρωταγωνιστές ανθρώπους που θα έπρεπε να είναι θεματοφύλακες της νομιμότητας. Ένα κράτος που άφησε ατιμώρητο το έγκλημα που το ακρωτηρίασε, προφανώς δεν είναι άξιο να ανατρέψει τα σε βάρος του τετελεσμένα. Πιθανότατα δε να μην είναι ικανό να αποτρέψει άλλα μαζικά εγκλήματα σε βάρος του λαού του. Αυτό είναι το χειρότερο από όλα.

Aς πάρουμε για παράδειγμα το χρηματιστηριακό έγκλημα. Η θεσμική διαφθορά διαπέρασε τα κύτταρα της πολιτείας και οι αρμόδιοι, όσοι δεν κάθισαν πρώτο τραπέζι πίστα στο business class βαγόνι της ατμομηχανής της οικονομίας, στην καλύτερη περίπτωση παρακολουθούσαν αδιάφοροι. Eλάχιστοι είχαν το θάρρος να φωνάξουν την ώρα που έπρεπε. Το προνόμιο του private placement πήρε εθνικές διαστάσεις και οι αφελείς χρηματοδοτούσαν τους αετονύχηδες, οι οποίοι ξεπουλούσαν στην πλάτη όσων παρασύρθηκαν από τη φρενίτιδα του εύκολου κέρδους.

Εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, ακόμη και λειτουργοί της δικαστικής, λειτουργούσαν σαν διεκπεραιωτές οδηγιών εκείνων που έκοβαν χρήμα υπό μορφή μετοχών. Δυστυχώς και η τέταρτη εξουσία φάνηκε ανήμπορη να αντισταθεί στον πειρασμό και έγινε συνένοχη στη μεγαλύτερη μαζική λεηλασία. Πριν από μερικές μέρες ένας επενδυτής έβαλε σε κορνίζα την επιταγή που του έστειλε η τράπεζα για το μέρισμα που αναλογεί στις μετοχές του. Κάποια σεντ όλα κι όλα για μετοχές τις οποίες αγόρασε πολύ ακριβά με την προσδοκία ότι θα απέφεραν κέρδος. Επεσε έξω όμως.

Το ανήρτησε στο facebook για να μοιραστεί με όλους μας τα χάλια μας. Μέχρι εκεί όμως φτάνει η αντίδρασή μας. Ισως αυτός να είναι και ο λόγος επικράτησης της ατιμωρησίας. Η ανοχή μας. Οι ηθικοί αυτουργοί και φυσικοί εγκληματίες κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Η φωνή της μάνας του Θανάση είναι συγκλονιστική αλλά δεν αρκεί. Είναι μια ακόμη φωνή ανάμεσα στις πολλές άλλες κραυγές απελπισμένων μανάδων, πατεράδων και άλλων θυμάτων, τις οποίες συνηθίσαμε να ακούμε αλλά, ενώ εν τω μεταξύ, φτιάχνουμε κεφτέδες.