Η χθεσινή μέρα ήταν η πιο σημαντική στη σύντομη ζωή του δεκάχρονου Λευτέρη. Επιτέλους, ο παππούς του, ο κύριος Ευαγόρας τον πήρε να γνωρίσει την κατεχόμενη πόλη στην οποία βρίσκεται το πατρικό του σπίτι. Στην λατρεμένη Κερύνεια, για την οποία άκουσε τόσα πολλά από τους γονείς του. Εκείνος, όμως, που του περιέγραφε με λεπτομέρεια κάθε γωνιά της όμορφης πόλης και κάθε γραφικό σοκάκι, ήταν ο κύριος Ευαγόρας. Στα 86 του πλέον, αποφάσισε να κάνει το ιερό ταξίδι (έτσι το χαρακτήρισε) στην κατεχόμενη γη. Τάμα το είχε. Να μεταφέρει στον μικρό όλο τον πόθο του για το πιο αγαπημένο για τον ίδιο κομμάτι της πατρίδας μας. Πριν έρθει η δική του στιγμή για ένα άλλο μακρινό ταξίδι. Το «Δεν ξεχνώ» δεν ήταν ποτέ ένα απλό σύνθημα για εκείνον. Ήταν στόχος ζωής. «Δεν ξεγράφονται ποτέ οι πατρίδες», έλεγε στον εγγονό του.

Είχε έρθει, λοιπόν, η στιγμή να εμπεδώσει στον Λευτέρη τον σπουδαίο αυτό στόχο. Ξεκίνησαν το ιερό ταξίδι στη ράχη του Πενταδάκτυλου. «Εδώ χύθηκε αίμα πολλών αγωνιστών. Το παλληκαρόβουνο το ρούφηξε. Το φυλάει στη ράχη του. Τέτοιες μέρες αφήνει λίγο να τρέξει. Για να θυμίζει το χρέος μας. Για να οσφραινόμαστε τιμή και αξιοπρέπεια», άρχισε να εξιστορεί στον μικρό.

Κατευθύνθηκαν στον Άγιο Ιλαρίωνα. Ο 86χρονος άρχισε να αφηγείται:  “Ταγματάρχης Γεώργιος Κατσάνης. Διοικητής της 33ης Μοίρας Καταδρομών. Ηρωικώς πεσών”.  Ο άνθρωπος, που άναβε τη φλόγα στην ψυχή των καταδρομέων λέγοντάς τους, Κομάντος μου, μην ξεχνάτε: Όταν τελειώνουν οι σφαίρες και οι φυσικές δυνάμεις, πολεμάει η ψυχή.

Στη συνέχεια πορεύτηκαν προς το Δίκωμο. “Αντισυνταγματάρχης Στυλιανός Καλμπουρτζής. Διοικητής της 181ης Μοίρας Πυροβολικού. Ηρωικώς πεσών”, συνέχισε ο κύριος Ευαγόρας. Περπάτησαν προς Κουτσοβέντη. Ο 86χρονος εξιστορούσε τις μάχες σε εκείνην την περιοχή. Πώς μια χούφτα άνθρωποι πάλεψαν με νύχια και με δόντια για να σταματήσουν την τουρκική προέλαση. Όμως, τα τουρκικά άρματα ήταν ασταμάτητα. Τους υποχρέωσαν σε οπισθοχώρηση. Όλους εκτός από έναν. Εκείνον που έγινε θρύλος…

Ψελλίζοντας το όνομα «Τάσος Μάρκου», το πρόσωπό του φωτίστηκε. Η φωνή του έγινε πιο στιβαρή. Ο μικρός Λευτέρης κατάλαβε τη σημασία και τα μάτιά του καρφώθηκαν σε εκείνα του παππού του. «Ως σύγχρονος Λεωνίδας, έδωσε σκληρή μάχη με τους στρατιώτες του. Τους κράτησε, αν και ήταν πολλαπλάσια η δύναμη των Τούρκων. Μάταια ζήτησε πολλές φορές από το ΓΕΕΦ να σταλούν ενισχύσεις με πυροβολικό. Δεν έφτασαν ποτέ. Τότε ο ταγματάρχης Μάρκου έδιωξε τους στρατιώτες κι έμεινε ο ίδιος με ένα πολυβόλο για να καθυστερήσει τους Τούρκους. Δεν τον ξαναείδε κανείς», αφηγήθηκε δακρύζοντας ο κύριος Ευαγόρας.

«Γιατί δεν έστειλαν ποτέ ενισχύσεις;», ρώτησε με παιδική αθωότητα ο Λευτέρης. «Προδοσία», απάντησε μονολεκτικά. Ένα δάκρυ κύλησε. Δεν άντεξε την απέχθεια που προκαλεί το βάρος της ντροπιαστικής έννοιας. Ο κύριος Ευαγόρας είχε σχεδιάσει το οδοιπορικό ακριβώς για να βαδίσει ο Λευτέρης στα βήματα του ηρωισμού. Έτσι θα εισέπραττε τόνους λεβεντιάς. Τόνους αξιοπρέπειας. Τόνους παλληκαριάς.

 Κάποια στιγμή, όμως, σταμάτησε. Στάθηκε ακίνητος σαν στήλη άλατος. Είχε φτάσει στη σημαία της ντροπής. Την κοίταζε αμίλητος. Χλόμιασε. Άρχισε ξανά να μονολογεί. Με άλλο ύφος όμως. Χάθηκε εκείνη η ζωντάνια στο λόγο του. Εξαφανίστηκε η περηφάνια. “Επισκέπτες στα καζίνο. Επισκέπτες για ψάρι. Επισκέπτες για αγορά φαρμάκων. Επισκέπτες για προμήθεια καυσίμων. Περιήγηση τουριστών. Όλα για το χρήμα”.

Δάκρυα έτρεχαν από τα ρυτιδωμένα μάγουλά του. “Σαράντα εννιά χρόνια είναι πολλά;” ρώτησε. “Για ποιο πράγμα”, αποκρίθηκε ο Λευτέρης, που δεν κατάλαβε ότι ο παππούς του μιλούσε με τον εαυτό του. “Για να περάσεις από τον ηρωισμό, την αυτοθυσία και την αυταπάρνηση στη ντροπή, την ασυνειδησία και τον εξευτελισμό”, του απάντησε.

Περνώντας από το θλιβερό οδόφραγμα, ο κ. Ευαγόρας σταμάτησε το αυτοκίνητο. Αγκάλιασε τον Λευτέρη. Να θυμάσαι πάντα τους στίχους του Μόντη, του υπέδειξε: «Κι αυτή η σελήνη η ματωμένη και μισή που μας την κουβαλήσατε!/ Αλήθεια πέστε μου/ μετρήσατε πόσοι άλλοι πέρασαν απ’ το νησί/ πριν από εσάς πανίσχυροι κ’ επιφανείς/ κι ούτε για δείγμα καν δεν έμεινε κανείς;». Κι αυτούς, που οριοθετούν τις αντοχές του λαού μας: «Χρόνια σκλαβκιές ατέλειωτες/ τον πάτσον τζιαι τον κλώτσον τους/ εμείς τζιαμαί, ελιές τζιαι τερατσιές/ πάνω στον ρότσον τους».

«Ευτυχώς, που υπάρχουν και οι ποιητές. Για να θυμίζουν την πραγματική Ιστορία. Αυτούς ν’ ακούς. Όχι τους ταγούς. Όλους αυτούς, που επί 49 χρόνια, εμφανίζονται άψυχοι. Δειλοί. Σκύβουν το κεφάλι. Και υποχωρούν, υποχωρούν, υποχωρούν…». Αυτή ήταν η σπουδαία παρακαταθήκη του προς τον μικρό Λευτέρη…