Ο ήχος της σειρήνας σπάζει την ηρεμία του πρωινού για να θυμίσει τι έγινε πριν από 49 χρόνια (πέρσι μετρούσαμε 48, 47…30…20…10). Σάμπως και χρειαζόμαστε τις σειρήνες για να θυμηθούμε τι έγινε, τι βιώσαμε εκείνες τις ημέρες του 1974. Όσοι έζησαν και βίωσαν την εισβολή δεν χρειάζονται τις σειρήνες για να θυμούνται. Όσοι δεν έζησαν εκείνα τα γεγονότα απλώς τους ενοχλεί να τις ακούνε, και άλλοι απλώς διερωτούνται γιατί ηχούν οι σειρήνες!

Το να ηχούν οι σειρήνες δύο φορές τον χρόνο—15 Ιουλίου στις 8.20 και 20 Ιουλίου στις 5.30—αποτελεί μιας μορφής υπενθύμιση για τα γεγονότα του εκτυλίχθηκαν στο νησί πριν από 49 χρόνια. Οι σειρήνες ηχούν επετειακά. Αλλά δεν είναι γι’ αυτό το σκοπό που κατασκευάστηκαν και χρησιμοποιούνται για πάνω από ένα αιώνα. Οι σειρήνες είναι για να προειδοποιούν για τον κίνδυνο που έρχεται, ένας τρόπος προστασίας.

Το 1974 δεν ήχησαν όμως την ώρα που έπρεπε. Ήχησαν πολύ αργότερα όταν ήδη το πραξικόπημα και η εισβολή είχαν πραγματοποιηθεί. Ο ήχος της σειρήνας που αντηχεί στα δικά μου αυτά δεν είναι αυτός που προέρχεται από τον κοντινό αστυνομικό σταθμό ή το οικείο δημαρχείο. Είναι ο αυθεντικός ήχος που άκουσα για το πρώτη φορά κοντά στο μεσημέρι της 20ης Ιουλίου 1974, όταν τα τουρκικά μαχητικά έκαναν το πέρασμά τους και από τη Λύση. Για να τρέξουμε να μπούμε στα πρόχειρα καταφύγια ή να κρυφτούμε σε ασφαλές μέρος.

Οι σειρήνες ηχούσαν για να μας προειδοποιούσαν ώστε να προστατευθούμε. Σήμερα… έχουν αποκτήσει ένα πολιτικό συμβολισμό, δίνοντας το έναυσμα για να ξεκινήσουν συζητήσεις, πολιτικές συζητήσεις άνευ ουσιαστικού περιεχομένου. Που γίνονται απλώς για να γίνονται. Επετειακές κι αυτές οι συζητήσεις, με το ίδιο σκηνικό να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Χωρίς να γίνεται έστω και το παραμικρό βήμα μιας σωστής και πραγματικής ανασκόπησης των λαθών που είχαν γίνει τότε. Λες και κάποιοι επιδιώκουν να βολεύονται κατ’ αυτό τον τρόπο.

15 Ιουλίου: επέτειος που πραγματοποιήθηκε το προδοτικό πραξικόπημα (γιατί περί προδοσίας πρόκειται και δεν ήταν άφρον, όπως λανθασμένα επιμένουν κάποιοι το αναφέρουν). Η πολιτεία καθηκόντως τιμά όσους εκείνη την ημέρα, αλλά και τις επόμενες, σκοτώθηκαν στη διάρκεια του πραξικοπήματος. Τιμά όσους στάθηκαν για να υπερασπιστούν την νομιμότητα και τη δημοκρατία. Δεν μπορεί την ίδια ώρα να τιμά και όσους στράφηκαν εναντίον της νομιμότητας και της δημοκρατίας. Όλοι έχουν το δικαίωμα της μνημόνευσης, ανεξαρτήτως του που βρίσκονταν εκείνη την ημέρα. Μεταξύ ενός μνημόσυνου και μιας τιμής υπάρχει μια… ηθική απόσταση.

20 Ιουλίου: επέτειος έναρξης της τουρκικής εισβολής. Είναι η ημέρα που ουσιαστικά ξεκίνησε να υλοποιεί ένα σχέδιο που είχε από καιρό ετοιμάσει. Δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να σχεδιάσει, να εφαρμόσει και να υλοποιήσει μια τέτοια στρατιωτική ενέργεια σε διάρκεια μόλις 5 ημερών. Περίμενε την αφορμή, το πράσινο φως. Και η Τουρκία γνώριζε πολύ καλά μέχρι που έφταναν οι στρατιωτικές ικανότητες αλλά και τις αδυναμίες της Εθνικής Φρουράς όταν ξεκινούσε να σχεδιάζει την εισβολή (απόφαση μείωση της θητείας, αλλαγή στο προσωπικό της ΕΛΔΥΚ, πολιτική σύγκρουση ηγεσιών Κύπρου-Ελλάδας, κλπ.). Το πραξικόπημα απλώς τη διευκόλυνε.

14 Αυγούστου: ο τουρκικός στρατός, που μέχρι τότε είχε καταλάβει ένα μικρό κομμάτι του νησιού, κινείται αστραπιαία για να ολοκληρώσει την αποστολή του. Θεωρήθηκε ότι η 14η Αυγούστου ήταν απλώς μια συνέχεια της 20ης Ιουλίου, γι’ αυτό και δεν χρειάζεται να ηχούν εκείνη την ημέρα οι σειρήνες. Είναι και Δεκαπενταύγουστος, ο κόσμος ο πολλής είναι σε διακοπές… ας μην τον ταράξουμε! Δεν χρειάζεται να ηχήσουν ξανά οι σειρήνες…