Mέρος Α΄: Το ρολόιν

Στην πλατεία του χωριού στήθηκε ένα μεγάλο ηλεκτρονικό ρολόι το οποίο δείχνει εναλλάξ την ώρα και τη θερμοκρασία. Ο χρόνος σε κυνηγά μες στη νύχτα με τους φωτεινούς του αριθμούς. Πόσο θα ήθελα να το έβλεπαν οι παππούδες, οι οποίοι δεν ήξεραν από ώρα, δευτερόλεπτα ή βαθμούς Κελσίου, παρά μόνο ζούσαν με τον ρυθμό του σύμπαντος, μέσω απλών καθημερινών κινήσεων και ασχολιών που σαν ιεροτελεστίες επαναλαμβάνονταν από τα βάθη του χρόνου. Καιρός να σπείρουν, καιρός να θερίσουν. Νύχτες στα αλώνια τον Ιούλιο, ενώ ο Αύγουστος ερχόταν με τις μεγάλες γιορτές της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μόνη μέρα ξεκούρασης και ανάπαυλας.

Ορόσημο ο Δεκαπενταύγουστος αφού οι άνθρωποι πατούσαν πλέον με το ένα πόδι στο καλοκαίρι και με το άλλο στο φθινόπωρο. Μες στο λιοπύρι οι χωρικοί θα ξεχύνονταν στα αμπέλια για τον τρύγο και την παρασκευή του κρασιού, της ζιβανίας, του παλουζέ και του σουτζιούκκου που θα κρεμόταν σε γιρλάντες στις αυλάδες, ενώ οι σταφίδες και ο τραχανάς απλώνονταν στο δώμα για να στεγνώσουν στον «νήλιον» που ακόμη και τον Σεπτέμβριο ήταν σκέτο «λαμπρόν».

Ο ήλιος αποτελούσε το μοναδικό τους ρολόι ακόμη και τον χειμώνα που ήταν άφαντος πίσω από τα σύννεφα και το χωριό χανόταν μες στην ομίχλη και τη σκοτεινιασούρα. Άστραφτε και βροντούσε ενώ τα νερά έπεφταν με το τουλούμι, σωστός κατακλυσμός. «Ο Θεός να βάλει το σιέριν του να μεν μας τα πάρει ούλλα…» έλεγε τρομοκρατημένη η γιαγιά την ώρα που έψηνε τον πρώτο καφέ της ημέρας και έφτιαχνε τη σούπα. Κάπνιζε το σπίτι με αγιασμένη ελιά και προσευχόταν γονατιστή κάτω από το εικόνισμα της Παναγίας με τη φλόγα από το άσβεστο καντήλι της. «Ο Θεός εν μεγάλος» επολοάτουν ο παππούς Λεωνίδας καθώς η πίστη και η καρτερικότητά του μεγάλωναν μέχρι να ξανανοίξει ο καιρός, να κοπάσει η καταιγίδα και να ξαναβγεί ο ήλιος λαμπρός να τους ζεστάνει. Πάντα ξανάρχονταν καλύτερες μέρες…

Τώρα ήταν οι μέρες για το «έσσω» αφού έξω φυσούσε παγωμένος ο βορκάς, που πάγωνε ακόμη και τις σταγόνες της βροχής. Κούρνιαζαν δίπλα στην τσιμινιά για να ζεσταθούν κοιτώντας τις φλόγες που χόρευαν και τις σκιές που σχηματίζονταν στους τοίχους με τα πιάτα και τα αντζιά της γιαγιάς.

Διηγούνταν ιστορίες για να πομορίσουν ή απλά σιωπούσαν. Ο παππούς λάξευε ξύλα για να φτιάξει μαγκούρες, κεντούσε κολότζιες ενώ η γιαγιά μες στο χρυσό φως της φωτιάς έφτιαχνε κουρελούδες ή έπιανε το σμιλί της φτιάχνοντας παπλώματα και τραπεζομάντηλα. Οι κουβαρίστρες κυλούσαν στο πλακωτό πάτωμα κι έτσι κυλούσαν οι βροχερές και παγωμένες μέρες του χειμώνα μέχρι ν’ ανοίξει ο καιρός και να φκουν στον κλάδκιο. Περνούσαν οι χειμώνες και τα χρόνια σύμφωνα με τον κύκλο των τεσσάρων εποχών. Ήξεραν πως γεννήθηκαν κοντά στον μεγάλο πόλεμο, εννοώντας τον Α΄ Παγκόσμιο, ενώ οι γονιοί τους επί τουρκοκρατίας. Κάποιοι συγχωριανοί είχαν φύγει εθελοντές για τον Β΄ Παγκόσμιο ενώ άλλοι δολοφονήθηκαν κατά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή του ’74.

Ήταν στο αλώνι όταν έφτασαν τα κακά μαντάτα. «Εσκοτώσαν τον Ντίνο οι πραξικοπηματίες» και η Ελένη η γυναίκα του με δυο μικρά παιδιά και ένα βρέφος στην αγκαλιά ντύθηκε στα μαύρα.

Ακολούθησε η εισβολή και ο ξεριζωμός. Οι γυναίκες έκλαιγαν με ολολυγμούς κρατώντας τα παιδιά τους ενώ οι άντρες έσφιγγαν τα χείλη και σιωπούσαν πνίγοντας όπως πάντα τον καημό τους. Πέρασαν καλοκαίρια πολλά από τότε, μισός αιώνας κατοχής και προσφυγιάς.

Αράζω σε μια αναπαυτική στο δώμα του σπιτιού, εδώ που άλλοτε άπλωναν τις κουρελούδες και τα παπλώματα τους ο παππούς και η γιαγιά τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού και κοιμούνταν κάτω απ’ τα αστέρια. Απόψε με την πανσέληνο του Σεπτεμβρίου τα άστρα είναι άφαντα, ενώ διαγράφεται καθαρά το περίγραμμα των γύρω βουνοκορφών. Οι άνθρωποι φεύγουν, οι πόλεις αλλάζουν, μόνο τα βουνά κρατούν την ίδια φυσιογνωμία από τότε που ήμουνα παιδί και ανεβαίναμε στη Δορά τα Σαββατοκύριακα ή στις μεγάλες γιορτές. Τα φώτα από τα γύρω χωριά τρεμοπαίζουν μες στην ολόφωτη νύχτα. Οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού κοιμούνται, το ρολόι στην πλατεία δεν σταματά να μετρά τον χρόνο και τα δευτερόλεπτα. Ο παππούς Λεωνίδας και η γιαγιά Στασού με συντροφεύουν αυτή τη νύχτα που αποτελεί για μένα μια μικρή αιωνιότητα. H Έλενα κίνησε κι αυτή για το μακρινό ταξίδι χωρίς επιστροφή, πέρα από τους κάμπους, τα βουνά και τα άστρα. Ίσως να έγινε κιόλας ένα έκπαγλο άστρο που θα φωτίζει τις ασέληνες νύχτες μας.

Ένας πετεινός υποδέχεται τη νέα μέρα, ο ήλιος ανατέλλει την ώρα που το φεγγάρι δύει πίσω από τα βουνά κατά τη θάλασσα της Πάφος. Καλόν Οκτώβριο!

dena.toumazi@gmail.com