Ο Οκτώβρης υπήρξε ο αγαπημένος μου μήνας γιατί εκτός από τις εθνικές μας επετείους γιορτάζαμε στο σπίτι σε κοινό πάρτι τα γενέθλια της αδελφής και τα δικά μου, παρόλο που εγώ είχα γεννηθεί ένα μήνα αργότερα, ανήμερα του Αποστόλου Ανδρέα. Ήταν ο προστάτης άγιός μου, ένιωθα πως ήταν εν μέρει δικό μου το ομώνυμο μοναστήρι, ο ονειρικός τούτος προορισμός στην μούττη της χερσονήσου της Καρπασίας, όπου θα πηγαίναμε οικογενειακώς για προσκύνημα αν δεν μας προλάβαινε η τουρκική εισβολή και κατοχή.

Λόγω του ότι η 30η Νοεμβρίου ήταν στο μεταίχμιο του φθινοπώρου και του χειμώνα, με κρύο και σιονωτές βροχές -πάντα έβρεχε στα Νικολοβάρβαρα- κάναμε τα γενέθλιά μας την ημέρα που γεννήθηκε η αδελφή μου, του Αποστόλου Λουκά. Οι άγιοι μάς ήταν οικείοι, πλημμύριζαν την καθημερινότητα, τη ζωή και τις μέρες μας, δοξάζαμε στο σπίτι και στο σχολείο τη χάρη τους και αυτοί μας πρόσφεραν σχολικές αργίες, κεραστικά, ευκαιρίες γιορτής και φωτεινές νύχτες όταν κτυπούσαν οι καμπάνες για τον εσπερινό, γεμίζοντας με λαχτάρα και προσμονή τις ψυχές μας. Το φθινόπωρο, ο κόσμος μαζευόταν στα σπίτια και τα σαλόνια άνοιγαν για να ευχηθούν στους γιορτάρηδες, φίλοι και συγγενείς.

Για τα γενέθλιά μας κατέβαιναν από το βουνό με το αγροτικό λεωφορείο εναλλάξ η γιαγιά ή ο παππούς, ποτέ μαζί γιατί κάποιος έπρεπε να μείνει πίσω με τα ζωντανά και τα δεντρά. Σκύβαμε με ευλάβεια να φιλήσουμε το χέρι τους κι αυτοί μας πλούμιζαν με δεκάλιρα, δώρο γενεθλίων. Το ρήμα «ευχαριστώ» δεν υπήρχε στο λεξιλόγιό τους αλλά εκφράσεις όπως «Τες ευτζιές μου νάσιεις που τα είκοσι μου νύσια».

Τα δάχτυλά τους ήταν ροζιασμένα από τον κάματο της δουλειάς ενώ της γιαγιάς τα δάχτυλα χρωματισμένα ανάλογα με τις εποχιακές της ασχολίες. Μαύρα αν είχε καθαρίσει καρυδάκια, κόκκινα αν είχε ξεφλουδίσει ρόδια, λαδί αν είχε τσακίσει ελιές. Οι μήνες εκτός από ονόματα Ρωμαίων αυτοκρατόρων είχαν στο συλλογικό μας ασυνείδητο τις γεύσεις του σύκου, του σταφυλιού, του κυδωνιού, του περγαμόντου και του κιτρόμηλου. Όλες οι εποχές είχαν τη φυσιογνωμία τους, το άρωμα και τις γιορτές τους.

Στα «τατσωμένα» δάχτυλα των γιαγιάδων τα νύχια ήταν ως εκ θαύματος καθαρά, όπως και το μέτωπό τους. Περπατούσαν με το κεφάλι ψηλά, το βλέμμα στρεφόταν με εμπιστοσύνη στον ουρανό ενώ το χαμήλωναν για να προσευχηθούν και να περάσει από μπροστά τους ο ιερέας με την περιφερόμενη εικόνα του εορτάζοντα αγίου και το θυμιατό. Ποτέ, δεν είχα δει τα πόδια της γιαγιάς, αφού πάντα ακόμη και μες στο λιοπύρι του καλοκαιριού φορούσε όπως όλες οι γριούλες, μαύρες κάλτσες.

Το ηλιοκαμένο κεφάλι της γιαγιάς Στασούς με τις μακριές πλεξούδες, τυλιγμένες σε στεφάνι, κάλυπτε πάντα ένα μαντήλι. Δεν είχε πάει ποτέ κομμωτήριο. Μόνο οι άντρες του χωριού πήγαιναν στο κουρείο για να κουρευτούν και να ξυριστούν. Όταν η μητέρα με έπαιρνε κομμωτήριο χάζευα τις κυρίες που κάθονταν κάτω από το τεράστιο κράνος του στεγνωτήρα, μετροφυλλώντας περιοδικά. Κάποιες είχαν τα πόδια σε μια λεκάνη νερού και απλωμένα τα χέρια σε νεαρά κορίτσια που τους περιποιούνταν τα νύχια, βάφοντάς τα κόκκινα, ροζέ ή περλέ. Η μάμμα μου και οι θείες δεν είχαν βάψει ποτέ τα δικά τους, δεν είχαμε καν βερνί στο σπίτι. Τα καλοκαίρια και τις αργίες ανέβαινα στη Ρίτσα, την όμορφη νεαρή μου γειτόνισσα για να μου τα βάψει. Περήφανη σαν παγώνι άνοιγα τα χέρια μου σαν φτερά, επιδεικνύοντάς τα στις φίλες μου. Η μάμμα είχε πάντα ασετόν στο σπίτι για να μου τα καθαρίσει προτού πάω σχολείο αφού κάθε πρωί μετά την προσευχή γινόταν επιθεώρηση των νυχιών και του καθαρού μας μαντηλιού.

Την προ τουρκικής εισβολής εποχή, στο νησί δεν υπήρχαν μελαχρινές ξανθιές με μαύρα φρύδια όπως σήμερα αν και όλοι λατρεύαμε την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Οι αστές έκοβαν τα μαλλιά τους όπως της Jackie Kennedy. Ούτε «νυχάδικα» υπήρχαν που στις μέρες μας βρίσκονται σε κάθε γωνιά. Τότε το βαμμένο νύχι ήταν σύμβολο της ανώτερης τάξης, συνεπάγετο πως οι γυναίκες αυτές δεν έβαζαν μπουγάδα, δεν έπλεναν πιάτα, δεν έκοβαν κρεμμύδια, αφού μια κοπελλούδα θα τα έκανε όλα αυτά στη θέση τους. Οι κυρίες με τα κόκκινα τους νύχια έπαιζαν χαρτιά, έκοβαν εισιτήρια ή πουλούσαν λαχνούς σε φιλανθρωπικά τέϊα.

Σήμερα με την εφεύρεση του συνθετικού τζελ νυχιών, τα βαμμένα νύχια σε όλα τα χρώματα και σχήματα, στρογγυλά, οβάλ, τετράγωνα, νύχια τίγρης, δεν αποτελούν πια προνόμιο της high-class. Τα έχει βαμμένα και η υπάλληλος της ψαραγοράς, της φρουταρίας, η οικιακή βοηθός και η αγρότισσα. Διαρκεί εβδομάδες ακόμη και μήνα, έστω και αν το βαμμένο νύχι προεξέχει πάνω από το κανονικό που εν τω μεταξύ μεγαλώνει μαζί με την ανάγκη μας να κάνουμε ό, τι κάνουν και οι άλλες.

Καλή εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου και καλή εποχή των γιορτών!

dena.toumazi@gmail.com