Οι διοργανωτές της εκδήλωσης του κατεχόμενου χωριού της επαρχίας Αμμοχώστου, με έβαλαν σε ένα τραπέζι όπου δεν γνώριζα κανέναν, αφού δεν κατάγομαι από την κοινότητα αυτή. Όμως και ο διπλανός μου δεν φαινόταν να γνωρίζει και πολλούς, παρά το ότι γεννήθηκε και έζησε στο χωριό μέχρι τα 15 του, οπότε μετανάστευσε οικογενειακώς στο εξωτερικό, τρία χρόνια πριν την εισβολή του 1974.
Είναι ένας γελαστός και ευκολοσχέτιστος άντρας, που έμοιαζε όμως να βρίσκεται έξω από τα νερά του, αφού δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τους περισσότερους συγχωριανούς του, ακόμα και αυτούς που έχουν πάνω κάτω την ηλικία του.
Μου εξήγησε με απολογητική διάθεση – λες και ήμουν εκεί για να μετρήσω τη συχνότητα των επαφών του με τους άλλους – ότι οι καθημερινές βιοποριστικές ανάγκες και ευθύνες, όπως και η γεωγραφική απόσταση βέβαια, τον κράτησαν μακριά από παλιούς φίλους και γνωστούς.
Μου ξανοίχτηκε και σε πιο προσωπικά του ζητήματα όπως π. χ. ότι παντρεύτηκε δυο φορές και ότι έχει ένα έφηβο γιο 16 χρόνων από τον δεύτερο γάμο του. Χαρακτήρισε αυτό τον δεύτερο γάμο επιτυχημένο και σταθερό που όπως μου διευκρίνισε εξομολογητικά και… συνωμοτικά, έθεσε τέλος στις προηγούμενες δονζουανικές του συνήθειες…
Έπιασε κουβέντα με πολλούς συγχωριανούς, ιδιαίτερα συνομήλικους του. Σε κάποιες περιπτώσεις για να αλληλο-αναγνωριστούν έπρεπε να επικαλεστούν τους μακαρίτες τους γονιούς τους, ή την ακριβή τοποθεσία του σπιτιού τους στο χωριό. Με κάποιο τρόπο όμως, αν και συμπεριφερόταν με κοινωνικότητα και αυθορμητισμό, έδινε την εντύπωση ότι ήταν μακριά από όλα και όλους γύρω του.
Κάποια στιγμή πέρασε μπροστά από το τραπέζι μας ένας συμμαθητής του από την…αρχαία εποχή της φοίτησης τους στο δημοτικό σχολείο, ένας ήρεμος άντρας με κυρτωμένους ώμους και αργό βάδισμα που φαίνεται πολύ μεγαλύτερος από την ηλικία του. «Τον βλέπεις αυτόν;», μου είπε. «Τότε ήταν ο πιο δυνατός της τάξης κι εγώ επιδίωκα την παρέα του γιατί ένιωθα ασφάλεια κοντά του. Κοίταξε πώς έγινε τώρα…Φοβούμαι τα γηρατειά…σε αλλάζουν», ψιθύρισε αναστενάζοντας και δεν είμαι σίγουρος αν μιλούσε σε μένα ή αν μονολογούσε.
Τα χείλη του τρεμούλιαζαν και τα μάτια του ήταν υγρά. Εκείνη τη νύχτα είχε αγκαλιάσει πολλούς, είχε κάνει θερμές χειραψίες, είχε ανταλλάξει γενναιόδωρες φιλοφρονήσεις, αλλά αυτή έμοιαζε να είναι η μοναδική αληθινή δική του σκέψη και στιγμή. Την ένιωσα σχεδόν…χειροπιαστή – σαν μια μικρή διάφανη σταγόνα θλίψης που κύλησε και χάθηκε αθέατη ανάμεσα στα μαχαιροπήρουνα, στα αχνιστά πιάτα και στα δυνατά γέλια και φωνές των ανέμελων και φλύαρων συνδαιτυμόνων.