Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία ενός προβλήματος όπου η ακινησία δεν είναι αδυναμία αλλά στρατηγική. Το Κυπριακό φαίνεται να βρίσκεται ακριβώς σε μια τέτοια φάση. Η διαδικασία επίλυσης δεν καταρρέει θεαματικά· απλώς βαλτώνει μεθοδικά. Οι ηγεσίες των δύο πλευρών δηλώνουν προσήλωση στη λύση, επικαλούνται τις «συγκλίσεις μέχρι το Κραν Μοντανά», επικοινωνούν με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ  και την ίδια ώρα αδυνατούν να συμφωνήσουν ακόμη και στο άνοιγμα ενός οδοφράγματος που θα διευκολύνει την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν υπάρχει τέλμα. Υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν αυτό το τέλμα είναι αποτυχία ή βολική ισορροπία για τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ και στις δύο πλευρές της γραμμής. Και το δεύτερο, ακόμη πιο κρίσιμο: αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, θα παραμείνει το Κυπριακό περιφερειακό ζήτημα χαμηλής έντασης ή θα μεταφερθεί, αναγκαστικά, στο μεγάλο τραπέζι της Μέσης Ανατολής, όπου οι λύσεις δεν σχεδιάζονται με όρους δικαίου αλλά συσχετισμών ισχύος. Στον δημόσιο λόγο επανέρχεται τις τελευταίες εβδομάδες η λέξη «συγκλίσεις». Παρουσιάζεται σχεδόν ως μυστηριώδες υλικό που πρέπει να… ανακαλυφθεί, να καταγραφεί, να πιστοποιηθεί. Όμως το βασικό γεγονός είναι απλό: οι συγκλίσεις μέχρι το Κραν Μοντανά δεν είναι άγνωστες. Έχουν καταγραφεί επίσημα. Στην έκθεσή του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας (28 Σεπτεμβρίου 2017), ο Αντόνιο Γκουτέρες περιέγραψε με σαφήνεια πού έφτασαν οι διαπραγματεύσεις: ουσιαστική σύγκλιση στην εκτελεστική εξουσία και στην αποτελεσματική συμμετοχή, προχωρημένη προσέγγιση σε περιουσιακό και εδαφικό, διαχειρίσιμες διαφορές στην ισότιμη μεταχείριση, σημαντική πρόοδος στο κεφάλαιο ασφάλειας και εγγυήσεων στο πλαίσιο πακέτου.

 Με άλλα λόγια: ο ΟΗΕ δεν μιλά για «άγνωστο έδαφος», αλλά για τελευταίο μίλι. Παρά ταύτα, η ελληνοκυπριακή ηγεσία ζητά σήμερα νέα διαδικασία «καταγραφής» συγκλίσεων από την αρχή, διαχωρισμό εσωτερικών και εξωτερικών πτυχών, επιβεβαιώσεις ανά κεφάλαιο και ανά μέρος. Πρόκειται για μεθοδολογία που αντικειμενικά μεταθέτει τη συζήτηση πίσω στο σημείο εκκίνησης. Όχι στο Κραν Μοντανά, αλλά πριν από αυτό.

Από την άλλη, η τουρκοκυπριακή ηγεσία (υπό τον Ερχιουρμάν) ζητά ρητή προ-δέσμευση σε πολιτική ισότητα, εκ περιτροπής προεδρία και θετική ψήφο, καθώς και διαδικασία με αυστηρό χρονοδιάγραμμα και ρήτρα εναλλακτικής κατάληξης αν αποτύχει. Δηλαδή: πρώτα πολιτική αρχή, μετά διαπραγμάτευση. Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν ένα κοινό αποτέλεσμα: καμία άμεση επανέναρξη ουσιαστικής διαπραγμάτευσης. Η πιο αποκαλυπτική πτυχή του σημερινού αδιεξόδου δεν βρίσκεται στα μεγάλα κεφάλαια, ασφάλεια, εγγυήσεις, εδαφικό. Βρίσκεται στα μικρά. Στα σημεία διέλευσης. Ο Γενικός Γραμματέας και η απεσταλμένη του Μαρία Άνχελα Ολγκίν ζήτησαν ένα απλό, απτό δείγμα πολιτικής βούλησης: άνοιγμα νέων σημείων διέλευσης. Υπήρξε συμφωνία για τέσσερα. Δεν υλοποιήθηκε κανένα. Η διαφωνία για το ποια τέσσερα μετατράπηκε σε πλήρες μπλοκάρισμα.

Το παράδοξο είναι εντυπωσιακό, όπως καταγράφεται στην πρόσφατη ανάλυση του Κυριάκου Πιερίδη, Υπεύθυνου Σύνταξης CIReN:

  • 6,5 εκατ. διελεύσεις το 2025
  • πάνω από 5 εκατ. οχήματα
  • εκατοντάδες εκατ. ευρώ σε διασυνοριακές αγορές
  • καθημερινή ανθρώπινη επαφή που αυξάνεται

Κι όμως, οι ηγεσίες αδυνατούν να ανοίξουν μια επιπλέον δίοδο εκεί όπου η κοινωνία ήδη διασχίζει το όριο μαζικά. Τα οδοφράγματα —εργαλείο οικοδόμησης εμπιστοσύνης— μετατράπηκαν σε διαπραγματευτικά χαρτιά γοήτρου. Το κάθε σημείο γίνεται «αντάλλαγμα», «ισορροπία», «μήνυμα προς το εσωτερικό ακροατήριο». Η καθημερινότητα των πολιτών υποτάσσεται στη μικροπολιτική σημειολογία. Αν οι δύο πλευρές δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε μια λωρίδα ασφάλτου, πώς θα συμφωνήσουν σε κατανομή εξουσιών, εδαφικές αναπροσαρμογές και νέο σύστημα ασφάλειας; Ο ΟΗΕ έχει ήδη απαντήσει έμμεσα: δεν θα συγκαλέσει πλήρη διαδικασία χωρίς απτά δείγματα αξιοπιστίας.

Η μέθοδος της καθυστέρησης είναι μοτίβο γνώριμο στην ιστορία του Κυπριακού: Δηλώνεται προσήλωση στη λύση, προστίθεται νέα μεθοδολογική προϋπόθεση, ζητείται νέα βάση, νέο έγγραφο, νέα επιβεβαίωση. Κι ο χρόνος περνά και το πολιτικό κόστος μετατίθεται στο μέλλον Σήμερα, η συζήτηση για «επανακαταγραφή συγκλίσεων» μπορεί εύκολα να διαρκέσει έναν έως δύο χρόνια αγγίζοντας δηλαδή τις προεδρικές εκλογές του 2028. Αντίστοιχες διαδικασίες στο παρελθόν κράτησαν χρόνια χωρίς διαπραγμάτευση ουσίας. Στο μεταξύ, ο Γκουτέρες που μπήκε στο πρόβλημα φουριόζος να το λύση μόλις ανέλαβε την ηγεσία των Η.Ε., αποχωρεί τέλος 2026, με την UNFICYP βρίσκεται υπό δημοσιονομική πίεση, τον ΟΗΕ να ζητά πλέον εκθέσεις με «ειλικρινείς στρατηγικές εκτιμήσεις», τη διεθνή προσοχή μετατοπίζεται σε πολλαπλές κρίσεις και το παράθυρο να πάει να κλείσει  αθόρυβα.

Και το ερώτημα είναι ξανά, ποιοι βολεύονται από το στάτους κβο. Το στάτους κβο δεν είναι ουδέτερο. Παράγει συμφέροντα.Στον νότο, πολιτικές δυνάμεις που απορρίπτουν την ομοσπονδιακή λύση στηρίζουν κυβερνητικές επιλογές, η οικονομία λειτουργεί χωρίς το ρίσκο μετάβασης, η ευθύνη μετατίθεται διαρκώς στην «άλλη πλευρά».

Στον βορρά, η εξάρτηση από την Τουρκία παγιώνεται, νέα οικονομικά και ιδιοκτησιακά τετελεσμένα δημιουργούνται και η λύση γίνεται απειλή ανακατανομής ισχύος. Και στις δύο πλευρές, μια λύση θα αναδιατάξει ελίτ, πόρους, θεσμούς, έλεγχο. Το τέλμα είναι πολιτικά ασφαλέστερο από τη ρήξη που απαιτεί μια συμφωνία. Το πιο υποτιμημένο στοιχείο είναι ότι η κοινωνία κινείται ταχύτερα από την πολιτική. Οι διελεύσεις αυξάνονται. Το διακοινοτικό εμπόριο αυξάνεται. Οι καθημερινές επαφές αυξάνονται. Η οικονομική αλληλεξάρτηση, αν και στρεβλή, βαθαίνει. Εδώ πιά υπάρχει μια σιωπηλή κοινωνική πραγματικότητα επανασύνδεσης, χωρίς πολιτικό πλαίσιο. Αυτό δημιουργεί ένα νέο ρήγμα, όχι μόνο μεταξύ των δύο κοινοτήτων αλλά μεταξύ κοινωνίας και ηγεσιών.

Και φτάνουμε ενώπιο τους μεγάλου στρατηγικού ερωτήματος: αν το Κυπριακό θα παραμείνει αυτόνομο διαπραγματευτικό πεδίο ή θα ενσωματωθεί οριστικά σε ευρύτερη γεωπολιτική εξίσωση καθώς η Ανατολική Μεσόγειος συνδέεται πλέον με:

  • ενεργειακές διαδρομές
  • ελληνοτουρκικές ισορροπίες
  • σχέσεις Τουρκίας-Δύσης
  • αρχιτεκτονική ασφάλειας Μέσης Ανατολής
  • θαλάσσιες ζώνες και υποδομές

Όσο το Κυπριακό δεν λύνεται, μετατρέπεται από πρόβλημα διευθέτησης σε μεταβλητή ισχύος. Και όταν ένα πρόβλημα γίνει μεταβλητή ισχύος, παύει να λύνεται με νομικά εργαλεία και λύνεται με πακέτα ισορροπίας. Τότε δεν θα τεθεί για να λυθεί. Θα τεθεί για να «τακτοποιηθεί». Ο ίδιος ο Γκουτέρες έχει πει ότι δεν θέλει ατέρμονες διαδικασίες. Ζητά διαπραγμάτευση προσανατολισμένη στο αποτέλεσμα. Ζητά μικρά, απτά βήματα. Ζητά αξιοπιστία. Το άνοιγμα ενός οδοφράγματος δεν είναι τεχνικό θέμα. Είναι πολιτικό τεστ αλήθειας. Αν ούτε αυτό δεν περνά, τότε το μήνυμα είναι καθαρό: το τέλμα δεν είναι ατύχημα. Είναι επιλογή. Και κάθε επιλογή έχει κόστος, ακόμη κι όταν καθυστερεί να φανεί.

Σε αυτό το σημείο, οι ευθύνες των ηγετών δεν είναι πλέον μόνο θεσμικές ή συλλογικές, είναι και προσωπικές. Όταν ένα εθνικό ζήτημα παραμένει στάσιμο επί χρόνια, η επίκληση «αντικειμενικών δυσκολιών» παύει να αρκεί. Η ηγεσία κρίνεται όχι από τις διακηρύξεις προθέσεων αλλά από τις αποφάσεις που λαμβάνει όταν το πολιτικό κόστος είναι υψηλό. Και στο Κυπριακό, το πολιτικό κόστος αποφεύγεται συστηματικά.

Η προσωπική ευθύνη προκύπτει από τρία στοιχεία: γνώση, επιλογή, παράλειψη. Γνώση, γιατί όλοι οι εμπλεκόμενοι γνωρίζουν ακριβώς πού σταμάτησαν οι διαπραγματεύσεις και ποια είναι τα σημεία σύγκλισης. Επιλογή, γιατί επιλέγουν μεθόδους, όρους και προϋποθέσεις που επιβραδύνουν αντί να επιταχύνουν την επανέναρξη ουσιαστικού διαλόγου. Παράλειψη, γιατί δεν αξιοποιούν ούτε τα μικρά, εφικτά μέτρα που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν δυναμική εμπιστοσύνης.

Όταν ένας ηγέτης δηλώνει έτοιμος για λύση αλλά δεν αναλαμβάνει ρίσκο ούτε σε χαμηλής έντασης μέτρα, όπως τα σημεία διέλευσης, τα τεχνικά ΜΟΕ, η κοινή διοικητική συνεργασία, τότε η αντίφαση γίνεται προσωπική. Δεν είναι πια «το σύστημα». Είναι η επιλογή του προσώπου να διαχειριστεί το ζήτημα επικοινωνιακά και όχι μεταρρυθμιστικά.

Επιπλέον, υπάρχει και η ευθύνη του πολιτικού λόγου. Η καλλιέργεια προσδοκιών χωρίς αντίστοιχη στρατηγική, οι διαρροές που φορτώνουν πάντοτε την αδιαλλαξία στον άλλον, οι υπαινιγμοί χωρίς τεκμηρίωση, η συνεχής μετάθεση ευθύνης, δηλαδή όλα όσα διαμορφώνουν κουλτούρα ακινησίας. Οι ηγέτες γνωρίζουν ότι κάθε λέξη τους επηρεάζει το κλίμα. Όταν επιλέγουν ρητορική εσωτερικής κατανάλωσης αντί προετοιμασίας της κοινής γνώμης για συμβιβασμό, αναλαμβάνουν προσωπικό μερίδιο στο αδιέξοδο.

Η ιστορία των διαπραγματεύσεων δείχνει ότι οι λύσεις προχωρούν όταν ηγεσίες αποφασίζουν να ηγηθούν, όχι να ακολουθήσουν τις φοβίες του ακροατηρίου τους. Όποιος επιλέγει τη διαχείριση αντί της απόφασης, δεν μένει ουδέτερος. Γίνεται μέρος του προβλήματος. Και αυτή είναι ευθύνη με ονοματεπώνυμο.

paraschos.andreas@gmail.com