«Υποθέτω μέσα στον επόμενο μήνα… κάτι τέτοιο. Πρέπει να συμβεί γρήγορα. Πρέπει να συμφωνήσουν πολύ γρήγορα», ήταν η απάντηση του Ντόναλντ Τραμπ όταν ερωτήθηκε εάν υπάρχει κάποιο χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη συμφωνίας με το Ιράν. Δεν ήταν η απάντηση στην ερώτηση ακριβώς· ήταν όμως η απάντηση στην ερώτηση όπως θα έπρεπε να είχε τεθεί. Να είχε τεθεί ώστε να αντέξει στη βάσανο της κοινής λογικής.
Δεν πρόκειται για χρονοδιάγραμμα, αλλά για τελεσίγραφο, και οι ΗΠΑ δεν έχουν καμία διάθεση να δώσουν την εντύπωση ότι το καθεστώς του Ιράν τις ανάγκασε να κάνουν, επί ίσοις όροις, διαπραγμάτευση μαζί του. Όσο κι αν τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά, είτε μιλάμε για τον κίνδυνο πολλαπλών πληγμάτων του Ιράν στην περιοχή, συνδυασμένων ενδεχομένως και με ασύμμετρα πλήγματα εκεί ή αλλού, είτε για την πιθανότητα πρόκλησης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης λόγω των τιμών του πετρελαίου, είναι πέρα για πέρα ξεκάθαρο ότι οι ΗΠΑ δεν πρόκειται να αφήσουν τους μουλάδες της Τεχεράνης να βρεθούν σε θέση ισχυρού παίκτη, αντί σ’ αυτήν που θα έπρεπε να βρίσκονται, με βάση τα πλήγματα που δέχθηκαν εσωτερικά αλλά και την ταπείνωση του περσινού πολέμου, όπως βέβαια και το snapback στην επαναφορά των κυρώσεων.
Το μήνυμα Τραμπ ήταν σαφέστατο: ο διάλογος δεν μπορεί να τραβά επ’ αόριστον, προκειμένου το Ιράν να ανασυντάξει ό,τι μπορεί και όπως μπορεί, με τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται σε σχέση τόσο με το πυρηνικό του πρόγραμμα όσο και με τους βαλλιστικούς του πυραύλους. Όσο λοιπόν και εάν η δήλωση Τραμπ ερμηνεύτηκε αρχικά με λάθος τρόπο, με κάποια διεθνή ΜΜΕ να λένε ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος «αναμένει λύση μέσα στον επόμενο μήνα περίπου», η σωστή ερμηνεία ήταν πως ο Τραμπ απαιτεί από το Ιράν να συμβιβαστεί το πολύ μέσα «στο κάτι» που ο ίδιος πρόσθεσε στον μήνα που έδωσε.
Η Τεχεράνη είναι αναξιόπιστη και αυτό φάνηκε περίτρανα, όταν κορόιδεψε για χρόνια, μάλιστα, ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα, σε βαθμό πολύ άβολο ειδικά για τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες αγνοούσαν τις υποδείξεις του Ισραήλ αναφορικά με συγκεκριμένες ενδείξεις που παρέπεμπαν σ’ αυτό το μοτίβο: το μοτίβο του απόλυτου εμπαιγμού από τους μουλάδες, τόσο της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας όσο και των κρατών που πήραν το ρίσκο άρσης πολλών κυρώσεων.
Από την πλευρά του, το ιρανικό καθεστώς βρίσκεται ενώπιον κρίσιμων αποφάσεων. Η οικονομική πίεση των κυρώσεων είναι πραγματική, όπως και η κοινωνική οργή στο εσωτερικό, μετά τις σφαγές δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, ακόμη κι αν τα Ηνωμένα Έθνη όχι μόνο δεν ασχολήθηκαν, αλλά ο τραγικός Αντόνιο Γκουτέρες έστειλε επιστολή στο τυραννικό καθεστώς, στην οποία εξέφρασε τα «θερμά συγχαρητήριά» του για την επέτειο της «Ισλαμικής Επανάστασης», η οποία έφερε τον Χομεϊνί και τους υπόλοιπους παρανοϊκούς μουλάδες στην εξουσία.
Αυτό λοιπόν το καθεστώς δύσκολα μπορεί να δώσει την εικόνα ότι υποχωρεί σε κάτι, διότι αυτό θα εκληφθεί και στο εσωτερικό ως αδυναμία, με αποτέλεσμα να γίνει ακόμη μεγαλύτερη και να απειλήσει άμεσα την επιβίωσή του.
Όσο για το Ισραήλ, με τίποτα δεν είναι διατεθειμένο να χάσει την ευκαιρία για να απαλλαγεί από την υπαρξιακή απειλή που ονομάζεται «Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν». Οι πληροφορίες λένε ότι το μήνυμα της Ιερουσαλήμ στην Ουάσιγκτον, όπως επαναλήφθηκε και στη συνάντηση Τραμπ – Νετανιάχου, είναι πως ζητά όχι μόνο μια συμφωνία για να υπάρχει κατάληξη, αλλά ένα πλαίσιο που θα περιορίζει δραστικά το πυρηνικό πρόγραμμα, με σαφή μηχανισμό ελέγχου, και το ίδιο να γίνεται με τους βαλλιστικούς πυραύλους αλλά και με τους τρομοκράτες εντολοδόχους του Ιράν, στον Λίβανο, τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, τη Συρία, την Υεμένη και αλλού. Παράλληλα, λένε πάντα οι πληροφορίες, το Ισραήλ ζητά ελευθερία κινήσεων σε περίπτωση παραβίασης και στήριξη, πρακτικά, από τις ΗΠΑ.
Η προθεσμία του ενός μηνός (και «…κάτι τέτοιο») είναι ένα πολύ συγκεκριμένο τεστ για όλους, παραδόξως. Δοκιμάζει και θα κρίνει την αποφασιστικότητα της Ουάσιγκτον, τη στρατηγική υπομονή της Τεχεράνης και τα όρια ανοχής της Ιερουσαλήμ. Δεν αφορά μόνον τα πρακτικά ζητούμενα, τεχνικά, σε πυρηνικά, βαλλιστικούς και proxies. Αφορά την αξιοπιστία, την ασφάλεια και την ισορροπία ισχύος στην πιο επικίνδυνη, μάλλον, περιοχή του πλανήτη.
Ειδικά η αξιοπιστία, σε αυτή την περιοχή, είναι παράγοντας ισχύος που καθορίζει τις εξελίξεις, τον «ηττημένο» και τον «νικητή».