Υπάρχει μια ιδιότυπη ειρωνεία σε όλες τις δημοσκοπήσεις που αφορούν τις βουλευτικές εκλογές. ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ εμφανίζονται να παλεύουν στήθος με στήθος για την πρώτη θέση. Βεβαίως, αυτό συνέβαινε για δεκαετίες στην κυπριακή πολιτική σκηνή. Μόνο που αυτή τη φορά η μάχη διεξάγεται σε ένα εντελώς διαφορετικό πεδίο. Διότι η πραγματική είδηση δεν είναι ποιος προηγείται. Είναι το πόσο χαμηλά έχουν φτάσει.

Τα στοιχεία των τελευταίων ερευνών είναι άκρως διαφωτιστικά. Σε δημοσκόπηση του Άλφα, στην πρόθεση ψήφου με αναγωγή, ο ΔΗΣΥ καταγράφει 21,8% και το ΑΚΕΛ 21,1%. Στη μέτρηση του Σίγμα τα δύο κόμματα εμφανίζονται ισόπαλα στο 17%. Στη δημοσκόπηση του ΡΙΚ ο ΔΗΣΥ λαμβάνει 17% και το ΑΚΕΛ 16%. Ενώ στην έρευνα του ΑΝΤ1, με διευκρινισμένη ψήφο, τα δύο κόμματα κονταροχτυπιούνται για την πρώτη θέση με 21%.

Αν κάποιος εστιάσει μόνο στην πρώτη γραμμή των αποτελεσμάτων, μπορεί να νομίσει ότι όλα κινούνται στα γνωστά μονοπάτια του πολιτικού ανταγωνισμού. Αν όμως, σταθεί λίγο στους αριθμούς συγκρίνοντας τους με εκείνους του παρελθόντος, η εικόνα γίνεται τρομακτική.

Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας δίνουν μάχη για την πρωτιά με ποσοστά που πριν από 10 χρόνια θα προκαλούσαν πολιτικό σεισμό. Τότε, που ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ κινούνταν με άνεση πάνω από το 30%. Σήμερα παλεύουν απεγνωσμένα να ξεπεράσουν το 20%. Σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν μετά βίας το 17%. Αυτό δεν είναι μια απλή εκλογική μεταβολή. Δημιουργεί ένα τεράστιο χάσμα στο πολιτικό σκηνικό. Μέσα στο οποίο κινδυνεύουν να βρεθούν πολιτικές δυνάμεις οι οποίες κάποτε εκπροσωπούσαν δύο στους τρεις ψηφοφόρους.

Οι αριθμοί αποτυπώνουν κάτι πολύ ουσιαστικό. Την έντονη δυσαρέσκεια και τη συσσωρευμένη οργή των πολιτών απέναντι στο παραδοσιακό κομματικό σύστημα. Μια απογοήτευση η οποία δεν περιορίζεται στους δύο μεγάλους. Αγγίζει συνολικά το πολιτικό οικοδόμημα. Συμπεριλαμβάνει και κόμματα, που για χρόνια είχαν βρεθεί στον πυρήνα της εξουσίας ή που αυτοπροβάλλονταν ως οι ρυθμιστές της εξουσίας, όπως το ΔΗΚΟ και η ΕΔΕΚ.

Κάποιοι θα επιχειρήσουν να παρηγορηθούν με την κλασική εξήγηση των αναποφάσιστων ψηφοφόρων. Προβάλλοντας τον ορθό, εν μέρει συλλογισμό, πως όταν έρθει η ώρα της κάλπης, ένα μέρος τους θα επιστρέψει στα μεγάλα κόμματα και θα ανεβάσει τα ποσοστά τους.

Πράγματι αυτό θα συμβεί. Αλλά σε ποιο βαθμό; Σίγουρα όχι στο βαθμό, που αυτό συνέβαινε πριν από 10 χρόνια. Η σκληρή για τα παραδοσιακά κόμματα μεγάλη εικόνα είναι ότι η οικτρή γι’ αυτά πραγματικότητα, δεν πρόκειται να αλλάξει δραματικά. Αυτή η οικτρή μεγάλη εικόνα δείχνει ότι στις 24 Μαΐου θα καταγραφεί μια ηχηρή αποτυχία για τα κόμματα τα οποία για δεκαετίες κυριάρχησαν στο πολιτικό σύστημα.

Το παράδοξο είναι ότι την ίδια στιγμή, τα κόμματα αυτά φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται πλήρως το βάθος του προβλήματος. Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το ποιος θα καταλάβει την πρώτη θέση.

Μια πρωτιά που, αν επιβεβαιωθούν οι ενδείξεις των δημοσκοπήσεων, θα μοιάζει περισσότερο με μια αιματηρή νίκη γοήτρου παρά με πραγματική πολιτική επικράτηση. Διότι η ουσία δεν είναι ποιος θα κόψει πρώτος το νήμα στο 21% ή στο 22%. Η ουσία είναι ότι το παραδοσιακό πολιτικό δίπολο συνεχίζει να φθείρεται με ρυθμό, που δεν διαφαίνεται να υπάρχει τρόπος να ανακοπεί.

Παράλληλα, τα στελέχη των κομμάτων εμφανίζονται να έχουν στραμμένη την προσοχή τους στη μάχη της προσωπικής εκλογής. Όταν έρθει η ώρα της αποτίμησης του αποτελέσματος, όμως, τότε απλώς, δεν θα έχουν άλλη επιλογή παρά να προσπαθήσουν να κρυφτούν πίσω από την «αιματηρή πρωτιά».

Το πρόβλημα όμως είναι εξαιρετικά βαθύ και σοβαρό. Μεταξύ της κοινωνίας και του πολιτικού συστήματος έχει δημιουργηθεί ένα χάσμα το οποίο μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο. Οι προσδοκίες των πολιτών από την πολιτική διαψεύδονται ολοένα και περισσότερο από όσα βλέπουν στην πράξη.

Όσο το χάσμα αυτό μεγαλώνει, δημιουργούνται όλο και πιο επικίνδυνες δυναμικές. Ενισχύονται οι εύκολες συνταγές. Τα υπεραπλουστευμένα συνθήματα. Εμφανίζονται διάφοροι τυχαίοι τύποι ως δήθεν τιμωροί του συστήματος. Από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά με την ίδια υπόσχεση: Ότι μπορούν να ανατρέψουν τα πάντα.

Κάπως έτσι γεννιούνται φαινόμενα τύπου Φειδία. Μοιάζουν ελκυστικά σε περιόδους βαθιάς απογοήτευσης. Δυστυχώς, δεν αποτελούν πραγματική διέξοδο. Η απογοήτευση από το πολιτικό σύστημα δεν θεραπεύεται με κραυγές ή με αντισυστημικά αφηγήματα. Τέτοιες επιλογές, αργά ή γρήγορα, θα γίνει αντιληπτό πως τελικά οδηγούν σε άλλα αδιέξοδα. Ενδεχομένως και πιο επικίνδυνα.

Η ουσιαστική απάντηση πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Απαιτείται μια πολιτική που να ξαναβρίσκει τον δρόμο προς την κοινωνία. Που να μιλά τη γλώσσα των πολιτών χωρίς περιττή ρητορική, αλλά ταυτόχρονα να διαθέτει σοβαρότητα και περιεχόμενο.

Μπορεί να θεωρηθεί πρόωρο να μιλά κανείς για τόσο μεγάλες αλλαγές. Ωστόσο, μετά τις εκλογές, θα ανοίξει έντονα μια τέτοια συζήτηση. Μεταξύ όσων αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα γέννησης μιας νέας πολιτικής. Σοβαρής και ορθολογιστικής.

Αυτό είναι ουτοπία να αναμένει κάποιος να συμβεί μέσα από τα υφιστάμενα παραδοσιακά κόμματα. Ή από κόμματα όπως η Άμεση Δημοκρατία. Και φυσικά, ούτε μερικά νέα κόμματα που έχουν δημιουργηθεί, αρκούν για να καλύψουν το ευρύ φάσμα μεταξύ δεξιάς και αριστεράς.

Απαιτείται η δημιουργία νέων, αξιόπιστων πολιτικών σχηματισμών, που να μπορούν πραγματικά να εκφράσουν τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και να καλύψουν ολόκληρο το φάσμα των πολιτικών ιδεολογιών.

Ο αγώνας για την πρωτιά ανάμεσα σε ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ στις προσεχείς εκλογές, δεν είναι τίποτα άλλο από μια πτώση γιγάντων ύστερα από μια αιματηρή μάχη. Μια μάχη συμβολική. Μια φτωχή μάχη γοήτρου. Σε μια πολιτική αρένα, όμως, όπου και οι δύο θα βρεθούν ξαπλωμένοι στο έδαφος, ανήμποροι να συγκινήσουν τη συντριπτική πλειοψηφία των αιμοδιψών θεατών.