Η δημοσιογραφία, όπως και όλα τα άλλα επαγγέλματα, έχει διάφορες κατηγορίες επαγγελματιών, αλλά εγώ χωρίζω τους δημοσιογράφους — επειδή τον γνωρίζω εκ των έσω – σε δύο κύριες ομάδες: αυτούς που ενημερώνουν και αυτούς που εκμεταλλεύονται.

Να το απλοποιήσω για να γίνει κατανοητό και από εκείνους εκτός του χώρου της δημοσιογραφίας:

  • Η πρώτη ομάδα είναι εκείνοι οι δημοσιογράφοι που τρέχουν στα γεγονότα, βρίσκονται σε διαρκή επαφή με τις πηγές τους – ενίοτε συγκρουόμενοι ή παρεξηγούμενοι μαζί τους – για να συλλέξουν πληροφορίες. Αυτοί αναλαμβάνουν το βαρύ φορτίο της ενημέρωσης των πολιτών.
  • Η δεύτερη ομάδα είναι εκείνοι που απλώς περιμένουν τη δουλειά των πρώτων για να την ερμηνεύσουν. Μπορεί να μην έχουν βγει από το γραφείο για ρεπορτάζ περισσότερες από δέκα φορές σε όλη την καριέρα τους. Είναι όμως αυτοί που γνωρίζουν τα πάντα – πράγματα και γεγονότα – χωρίς να έχουν μιλήσει ποτέ με κανέναν αξιωματούχο.

Αυτή η δεύτερη ομάδα έχει δύο υποκατηγορίες, που παίζουν τον δικό τους ρόλο ιδιαίτερα στα έντυπα μέσα ενημέρωσης. Η πρώτη περιλαμβάνει εκείνους που διαμορφώνουν άποψη και σχολιάζουν τα γεγονότα. Η δεύτερη, εκείνους που απλώς σχολιάζουν τη δουλειά και τις απόψεις των άλλων — ούτε καν τα ίδια τα γεγονότα.

Ποτέ δεν κατανόησα την αποστολή αυτής της δεύτερης υποκατηγορίας, ιδιαίτερα όταν αναλώνουν μεγάλο χώρο στα γραφόμενά τους σε ειρωνικά σχόλια. Προσπαθούν να καταδείξουν στους αναγνώστες τους ότι αυτό που έγραψε ή είπε ο Α ή ο Β δημοσιογράφος είναι «λάθος» — ή κάτι πολύ χειρότερο — χωρίς ωστόσο να εξηγούν ποτέ το γιατί.

Και δεν εξηγούν, γιατί στόχος τους, προφανώς, είναι να πλήξουν τον κατά τα άλλα συνάδελφό τους.

Κυρίως όμως αυτή η αδυναμία αποτύπωσης του «λάθους» οφείλεται στην άγνοια του ίδιου του δημοσιογράφου-σχολιαστή. Απλώς ανήκει στην κατηγορία εκείνων που σπανίως βγαίνουν από το γραφείο και αντιλαμβάνονται τα γεγονότα όχι ως έχουν, αλλά μέσα από το δικό τους πρίσμα.

Και πολλές είναι οι φορές που κι εγώ και άλλοι συνάδελφοι, διαβάζοντας κάποιες απόψεις, διερωτόμαστε αν πράγματι ήμαστε σε ένα γεγονός ή όχι. Βεβαίως, επ’ αυτού οι γνωστοί stalkers των social media, θα επιμένουν με βεβαιότητα ότι οι σωστοί είναι εκείνοι που ξέρουν τα γεγονότα από το γραφείο τους, γιατί έχουν μια πιο σφαιρική αντίληψη! Οι άλλοι απλώς ήταν εκεί για να μεταφέρουν αυτά που τους είπαν…

Και η σύγχρονη πολιτικο-δημοσιογραφική ιστορία της Κύπρου έχει, την τελευταία δεκαπενταετία, πάμπολα παραδείγματα αυτής της αντίληψης. Προφανώς, η καταγραφή του γεγονότος γκρεμίζει το αφήγημα που φτιάχνεται πίσω από ένα γραφείο. Γι’ αυτό και στο στόχαστρο μπαίνουν εκείνοι που αμφισβητούν τέτοια αφηγήματα.

Ευτυχώς, η παγκόσμια δημοσιογραφία δεν στηρίζεται σε τέτοιες νοοτροπίες, αλλά επιμένει να στέλνει δημοσιογράφους επί του πεδίου, στον τόπο του γεγονότος. Καθόλου τυχαίο που σε κάθε σύνοδο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το αίθριο στο Concilium γεμίζει με δημοσιογράφους από σχεδόν όλα τα μέρη της Ευρώπης. Χώρια όσοι δημοσιογράφοι κατοικοεδρεύουν στις Βρυξέλλες για να καλύψουν οτιδήποτε κινείται στον χώρο – Συμβούλιο ή Επιτροπή.

Προσφάτως βρέθηκα κι εγώ, μαζί με πολλούς καλούς συναδέλφους, στις Βρυξέλλες για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αλλά και για τη συνάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών. Από την αποστολή αυτή κρατώ δύο πράγματα. Το πρώτο και πιο σημαντικό – οι νεότεροι δημοσιογράφοι που ήθελαν να μάθουν από τους παλαιότερους. Το δεύτερο και ενοχλητικό – ότι και πάλι αυτοί που δεν πάτησαν ποτέ σε σύνοδο ή δεν περίμεναν να τελειώσει μια συνάντηση ΠτΔ-ΓΓ, «γνώριζαν» τι ακριβώς έγινε και τι λέχθηκε…