Ο Ίωνας είχε σπουδάσει χημεία στο πανεπιστήμιο Aix-Marseille III και βρισκόταν στο τελευταίο έτος του διδακτορικού του με θέμα «Υπολογιστικά προγνωστικά συστήματα στη χημεία» και όποιος κατάλαβε. Τη δεκαετία του ’80, όταν κανείς δεν γνώριζε τι ήταν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές αυτός έγραφε ήδη στην εισαγωγή της διατριβής του για την τεχνητή νοημοσύνη. Τα κορίτσια, πρωτοετείς φοιτήτριες στο γειτονικό Aix-en-Provence, το οποίο επέλεξαν με μοναδικό κριτήριο τον καιρό που ήταν όπως της Κύπρου. Η μικρή πόλη ήταν γεμάτη με σιντριβάνια που ανάβλυζαν ζεστό νερό. Οι αποστάσεις μικρές, κυκλοφορούσες με τα πόδια ενώ στα δρομάκια σκόνταφτες απάνω σε κύπριους φοιτητές. Σίγουρα δεν θα χάνονταν, όπως στο Παρίσι, αυτές που δεν είχαν μπει ποτέ τους σε λεωφορείο και δεν ήξεραν τι θα πει τραίνο ή μετρό.

Η Γαλλία για τον μέσο Κύπριο ήταν συνώνυμη του Πύργου του Άιφελ, με φώτα, νυχτερινή ζωή, ωραίες βιτρίνες, μόδα και αρώματα. Δεν ήξεραν πως η γαλλική επαρχία ουδεμία σχέση είχε με τα πιο πάνω. Στο νησί δεν ήξεραν ακόμη τα γαλλικά κρασιά, ο κόσμος έπινε κονιάκκι, ζιβανία ή μπύρα στις γιορτές και στα τραπέζια. Τα κορίτσια από το ανατολικότερο νησί της Μεσογείου αγνοούσαν τότε πως στη Γαλλία ήταν που ξεκίνησε ο Διαφωτισμός, ο Μάης του ’68, το κίνημα του φεμινισμού και της σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά και άνθισαν τόσα νέα ρεύματα στην τέχνη και τη λογοτεχνία, όπως ο υπερρεαλισμός, ο ντανταϊσμός και ο κυβισμός.

Η μικρή γαλλική πόλη της Προβηγκίας απογοήτευσε τις νησιώτισσες. Τι να τα κάνουν τα ιαματικά λουτρά, τα καλντερίμια, τα χαμηλά πετρόχτιστα σπίτια που τα φώτιζαν λαμπατέρ; Είχαν και στο νησί τέτοια. Αυτές έψαχναν «μοντερνισμό», «πρόοδο» και νυχτερινή ζωή, μα εδώ τα βράδια όλα έκλειναν νωρίς. Δύσκολη η προσαρμογή τους στη νέα χώρα, αλλά ευτυχώς είχαν τον Ίωνα, τον οικογενειακό φίλο τον οποίο επισκέπτονταν κάθε τόσο στη Μασσαλία που δεν απείχε ούτε ώρα με το λεωφορείο. Το πρώτο πράγμα που έκανε όταν τις παρέλαβε από τον σταθμό, ήταν να τις πάρει στο Fnac, ένα υπερσύγχρονο βιβλιοπωλείο στο οποίο χανόσουν μες στα ράφια και τα τμήματα βιβλίου. Επεκτεινόταν σ’ ένα ολόκληρο τμήμα με δίσκους βινυλίου όπου μπορούσες ακόμη και ν’ ακούσεις με ακουστικά τα τραγούδια ή τα άλμπουμ που ήθελες. Εκεί εκτός από τη γαλλική λογοτεχνία, ανακάλυψαν και τη μαγεία της γαλλικής μουσικής.

Η Μασσαλία που ιδρύθηκε από Φωκαείς Έλληνες τον 6ο αιώνα π. Χ., ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της Μεσογείου και δεύτερη σε μέγεθος πόλη της Γαλλίας, έσφυζε από ζωή που δεν σταματούσε ούτε τη νύχτα. Μα τα κορίτσια πού να τολμήσουν να ξεμυτίσουν εκεί, πιστεύοντας στον μύθο πως σε κάποια καταστήματα άνοιγαν οι καθρέφτες στα δοκιμαστήρια, καταπίνοντας νεαρά κορίτσια των οποίων στη συνέχεια χάνονταν για πάντα τα ίχνη τους. Για να δοκιμάσουν ρούχα σ’ ένα κατάστημα έμπαιναν ανά δύο στο δοκιμαστήριο ενώ η τρίτη φρουρούσε από έξω. Κυκλοφορούσαν πάντα οι τρεις τους και δεν χωρίζονταν ποτέ παρά μόνο για να πάνε σε διαφορετικά μαθήματα, οπότε και οι υπόλοιποι Κύπριοι τους κόλλησαν το παρατσούκλι «Οι τρεις Χάριτες», όπως αυτές του γνωστότερου σιντριβανιού της πόλης.

Οι δύο Χάριτες αποχώρησαν το δεύτερο έτος και έμεινε μόνη της η τρίτη, για να συνεχίσει και να τελειώσει τις σπουδές της. Με χαρά παρευρέθηκε στους γάμους του Ίωνα και της Liliane στη γειτονική Hyères. «O φάρος της Μασσαλίας», όπως τον κατέγραψε στο ασυνείδητό της, μετακόμισε για σκοπούς εργασίας σε βόρειους προορισμούς ώσπου εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι. Υπήρξε γι’ αυτήν ο μεγάλος αδελφός που δεν είχε, μισός Κύπριος και μισός Γάλλος πια, ο οποίος απέπνεε ασφάλεια και σταθερότητα, όπως το φως του φάρου που αναβοσβήνει μες στη νύχτα.

Σαράντα πέντε χρόνια από τότε και το ζευγάρι αυτό παραμένει ως ο μόνος σταθερός σύνδεσμός της με τη Γαλλία. Το σπίτι τους, ένα μουσείο τέχνης με tapisseries και παλιά έπιπλα που έφτιαξε ο επιπλοποιός παππούς της Liliane, μετατράπηκε και σε εργαστήρι κεραμικής με δικό του φούρνο. Ένα σπίτι ανά πάσα στιγμή ανοιχτό για φιλοξενία φίλων και οι ίδιοι, οι οικοδεσπότες του, ενθουσιώδεις ξεναγοί σε πάρκα, μουσεία και γκαλερί, χώρους που ένας ξένος δεν θα ανακάλυπτε ποτέ από μόνος του.

Αφού τα παιδιά τους σπούδασαν και αποκαταστάθηκαν επαγγελματικά, ο Ίωνας πήρε την απόφαση να αφήσει τη δουλειά του για ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά με την τέχνη, με τη βοήθεια της Liliane, που αεικίνητη και ακούραστη θα τη βρεις είτε να περιποιείται τον κήπο της, είτε να φουρνίζει κεραμικά, ψωμιά ή ψάρι μαγειρεμένο σε ένα βουνό από χοντρό αλάτι. Αν τη δεις να κάθεται, τότε σημαίνει πως διαβάζει ή παίζει με τη δίχρονη εγγονούλα της.

Ο Ίωνας κατεβαίνει συχνά στο νησί για να δει τη μητέρα, την αδελφή και φίλους στην πόλη, όπου εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες γονείς του μετά την εισβολή, η οποία του είναι εντελώς ξένη. Η γενέθλια πόλη του βρίσκεται στα κατεχόμενα, το πατρικό του κατοικείται από έποικους οπότε και δεν μπορούν να επιστρέψουν. Παραμένει ένα φωτεινό παράδειγμα ανθρώπου που δεν εγκατέλειψε τα όνειρά του και που συνεχίζει να μορφώνεται, ως ελεύθερος ακροατής με σεμινάρια ιστορίας της τέχνης στο μουσείο του Λούβρου. Κατάφερε να παραμείνει ένας ελεύθερος άνθρωπος, μακριά από τις συμβατικότητες του νησιού, όπου οι μισοί του κάτοικοι παίζουν padel και golf και οι άλλοι μισοί είναι κυνηγοί ή υποψήφιοι βουλευτές.

dena.toumazi@gmail.com