Το πολύπλοκο και μοναδικό πολιτικό τοπίο του Ισραήλ έχει δει πολλούς «μεσσίες» να εμφανίζονται, να φουσκώνουν στις δημοσκοπήσεις και μετά να εξαφανίζονται στην κάλπη.
Η περίπτωση του Γκαντί Άιζενκοτ, όμως, αξίζει μεγαλύτερη προσοχή. Όχι επειδή είναι βέβαιο ότι θα γίνει πρωθυπουργός —δεν είναι— αλλά επειδή η άνοδός του δείχνει κάτι πολύ πιο ουσιαστικό, όσο και λογικό: ότι ένα τμήμα του ισραηλινού κέντρου αναζητεί πλέον όχι απλώς αντίπαλο του Μπενιαμίν Νετανιάχου, αλλά πρόσωπο ασφαλείας, σοβαρότητας και κρατικής αποκατάστασης.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν τη δυναμική. Μέτρηση του «Ζμαν Γισραέλ» έδωσε στο αντι-Νετανιάχου σιωνιστικό μπλοκ 62 έδρες, για πρώτη φορά αυτοδύναμη πλειοψηφία χωρίς τα αραβικά κόμματα, ενώ το κόμμα Yashar του Άιζενκοτ έφτασε τις 19 έδρες, πίσω μόνο από το Λικούντ και το κόμμα του Ναφτάλι Μπένετ.
Άλλη δημοσκόπηση, αυτή τη φορά του Καναλιού 12, δείχνει τον Άιζενκοτ για πρώτη φορά μπροστά από τον Νετανιάχου στην καταλληλότητα για την πρωθυπουργία, με 38% έναντι 35%, αλλά και μπροστά από τον Μπένετ μεταξύ των ψηφοφόρων της αντιπολίτευσης.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία για την αντιπολίτευση. Ο Μπένετ έχει ήδη υπάρξει πρωθυπουργός, ξέρει να κινείται στη δεξιά δεξαμενή και μπορεί να μιλήσει σε ψηφοφόρους που δεν θα ψήφιζαν ποτέ κλασική κεντροαριστερά.
Ο Λαπίντ παραμένει ο πιο αναγνωρίσιμος πολιτικός ηγέτης του φιλελεύθερου αντι-Νετανιάχου χώρου, αλλά έχει «οροφή». Δεν εμπνέει, με άλλα λόγια, πέραν του χώρου του, ενώ ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύτηκε παρέπεμπε συχνά σε ευκαιριακές θέσεις και λαϊκισμό, κάτι που δεν τον βοήθησε.
Ο Άιζενκοτ εμφανίζεται ως τρίτη φόρμουλα: ούτε επικοινωνιακός φιλελευθερισμός ούτε πρώην δεξιός πειραματισμός. Είναι ο στρατηγός που φέρνει μαζί του την υπόσχεση τάξης.
Υπάρχει, όμως, ένα σοβαρό πρόβλημα: πώς χωρούν Μπένετ, Λαπίντ και Άιζενκοτ στο ίδιο σχήμα; Ο ίδιος ο Άιζενκοτ έχει αντισταθεί στην ιδέα να ενταχθεί απλώς σε μια ένωση Μπένετ-Λαπίντ, ενώ αναλυτές στο Ισραήλ σημειώνουν ότι διεκδικεί ρόλο ηγεσίας και όχι διακοσμητικής συμμετοχής.
Οι δημοσκοπήσεις το τελευταίο διάστημα τον δικαιώνουν. Η αυτόνομη πορεία του απέτρεψε και τη φθορά του, δηλαδή την παρουσίασή του ως ενός ακόμη πολιτικού ο οποίος απλώς τσακώνεται με τον Νετανιάχου.
Κι ένα δεύτερο πρόβλημα επίσης: τα αραβικά κόμματα. Χωρίς αυτά, η αλλαγή εξουσίας παραμένει οριακή, εκτός αν το σιωνιστικό αντι-Νετανιάχου μπλοκ φτάσει μόνο του τις 61 έδρες. Ο Άιζενκοτ μπορεί να μειώσει αυτή την εξάρτηση, ακριβώς επειδή τραβά ψηφοφόρους του κέντρου και δυσαρεστημένους. Δεν μπορεί, όμως, να εξαφανίσει πλήρως το αριθμητικό πρόβλημα.
Γεννημένος στην Τιβεριάδα, μεγαλωμένος στο Εϊλάτ, με ρίζες από το Μαρόκο, ο Άιζενκοτ υπήρξε διοικητής της Γκολάνι, της ιστορικής «σκληρής» σχολής του ισραηλινού πεζικού. Σε μια πρόταση; Διοίκηση στο πεδίο, πόλεμος στα σύνορα, πειθαρχία και αποφάσεις υπό πίεση.
Ως διοικητής της Βόρειας Διοίκησης και αρχηγός του Γενικού Επιτελείου την περίοδο 2015-2019, ο Άιζενκοτ κουβαλά βιογραφικό βαρύτερο από τα περισσότερα πολιτικά συνθήματα, όπως είχε γράψει πρόσφατα η Jerusalem Post.
Υπήρξε μέλος του πολεμικού υπουργικού συμβουλίου μετά την 7η Οκτωβρίου και είναι επίσης πατέρας που έχασε τον γιο του, Γκαλ, στη Γάζα — στοιχείο που στο Ισραήλ δεν λειτουργεί ως επικοινωνιακό διακοσμητικό, αλλά ως μέρος της δημόσιας ηθικής του βάρους.
Γι’ αυτό πρέπει να τον προσέξουμε. Όχι ως ακόμη έναν δημοσκοπικό μεσσία, αλλά ως πιθανή συμπύκνωση της λαϊκής απαίτησης μετά την 7η Οκτωβρίου: ασφάλεια, ευθύνη, λιγότερο θέατρο και σίγουρα, περισσότερη σοβαρότητα.