Μέσα από τη μελέτη της συναισθηματικής ενέργειας που αποπνέουν τα προσωπικά αντικείμενα και τα άλλα περιουσιακά στοιχεία των εκτοπισθέντων Ελληνοκυπρίων, τα σπίτια και τα χωράφια τους, η ανθρωπολόγος Yael Navaro-Yashin επιχείρησε πριν πολλά χρόνια μια κριτική θεώρηση της Actor–network theory.

Το επιχείρησε, αμφισβητώντας την προσήλωση της λεγόμενης ΑΝΤ στο «αντικείμενο», μέσα από μια συγκριτική θεώρηση κάποιων μεθοδολογικών ανατροπών στις ανθρωπιστικές επιστήμες, με αναφορές στον Deleuze και άλλους φιλοσόφους, όπως Benjamin, Mary Douglas, Julia Kristeva…

Εννοιολογικά, δημιουργική η ίδια, παραθέτει στη μελέτη της διάφορες γνωσιολογικές απόψεις και μεθοδολογικές προσεγγίσεις, για να καταλήξει στη κεντρική έννοια της «ερειπίωσης».

Πράγματι, μέσα από μια ανθρωπολογική έρευνα πεδίου που έκανε στα κατεχόμενα στην περίοδο 2001-2002, μέσα από αναφορές στο γνώριμο κυπριακό τοπίο, παρακολουθούμε τη διαμόρφωση μιας εθνογραφικής προσέγγισης στη «μελαγχολία».

Επιπλέον διαβάζουμε και την άποψη πως μια σημαντική παράμετρος στη διαδικασία πολιτικής ανασύστασης της τουρκοκυπριακής κοινότητας υπήρξε η οικειοποίηση των απεχθών κατά τα άλλα καταλοίπων των εκτοπισθέντων (rum mali), τα «μάλια» των Ελληνοκυπρίων δηλαδή, η αύρα των οποίων παραδόξως προκαλεί «maraz», θλίψη, ένα μαράζι που φαίνεται να διακατέχει την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Επιπλέον εκφράζει την άποψη πως η πολιτική απαξίωση μιας θεραπευτικής διαδικασίας πένθους, προς υπέρβαση της αίσθησης της απώλειας του γείτονα που έγινε εχθρός, φαίνεται να συμβάλλει στην επίταση αυτού του ιδιότυπου «maraz».

Προφανώς, η διάνοιξη των οδοφραγμάτων του 2003 απάμβλυνε τη θλίψη των καταχραστών των ελληνοκυπριακών περιουσιών κι επιπλέον απέτρεψε τον μαρασμό του πολιτικού μορφώματος της TRNC, ενώ κάποιες αναφορές στα «ganimet avi», τις λεηλατικές εξορμήσεις Τουρκοκυπρίων στα κατεχόμενα σπίτια Ελληνοκυπρίων, φωτίζουν και κάποιες απόκρυφες ψυχολογικές πτυχές του κυπριακού, απ’ αυτές που τόσο έντεχνα διεργάστηκαν μέσα στις δεκαετίες που πέρασαν πολλοί καταξιωμένοι ποιητές και ποιήτριές μας, όπως ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, η Νίκη Μαραγκού κ.ά.

Εξάλλου, οι επιστημολογικές αναφορές της ανθρωπολόγου μας διανθίζονται και με κάποιες αναπάντεχα ποιητικές εικόνες, όπως είναι και η ρευστή εικόνα της «Mesarya», της Μεσαορίας, που αποδίδεται ως ένα «ρίζωμα», με τη συνεπακόλουθη θεωρητική δυνατότητα των «αλά Deleuze» γραμμών διαφυγής, ως αποτύπωμα δηλαδή ενός διαρκούς μετασχηματισμού. Μακάρι.

Εντούτοις εδώ θα πρέπει να συμπληρώσουμε τις αναφορές στην υψηλή ποίηση και την επιστημολογία με μια αδιάκριτη έστω ματιά, χωρίς την άδειά του αφηγητή, σ’ ένα άλλου είδους χρονοντούλαπο, σ’ ένα άλλο ανοιχτό «zaman dolap», για να θαυμάσουμε από κοντά τα ασημικά της κας Κυβέλης στην κατεχόμενη Μόρφου:

«Το κλειδί γύρισε τότε μόνο στην κλειδαριά του χρόνου, όχι της πόρτας του πατρικού μου. Τριάντα χρόνια σιωπής, συσκευασμένα σε μια και μόνο στιγμή, το 2003, την ημέρα που τα οδοφράγματα υποχώρησαν σαν χάρτινα αναχώματα. Επέστρεψα στη Μόρφου. Το πατρικό μου σπίτι, άλλοτε ο ναός της παιδικής μου ηλικίας, στεκόταν εκεί σαν φάντασμα που αρνιόταν πεισματικά να πεθάνει, κατοικημένο από ξένες ζωές, ντυμένο με τις μυρωδιές μιας άλλης καθημερινότητας.

Τα βήματά μου με οδήγησαν στο σαλόνι. Εκεί που κάποτε χτυπούσε η καρδιά της οικογένειας. Και τότε, την είδα. Η ερμαρόλλα. Η περίφημη βιτρίνα της μάνας μου, Κυβέλης. Το έπιπλο που κάποτε δέσποζε σαν περήφανη βασίλισσα στο χώρο, το στολίδι που μαγνήτιζε το βλέμμα, ήταν πλέον ένα ερείπιο. Το ξύλο, παλιό και πολύτιμο, είχε σκεβρώσει, γδαρμένο από την αδιαφορία και τη φθορά, σαν το δέρμα ενός γέροντα που τον εγκατέλειψαν στην ερημιά.

Το κρύσταλλο, άλλοτε διάφανο σαν νερό πηγής, ήταν θαμπό, ραγισμένο σε μια γωνιά, κρατώντας μέσα του την αιχμαλωσία τριών δεκαετιών. Μέσα σε εκείνο το ξύλινο κουφάρι, η μνήμη μου θρυμματίστηκε.

Στα μάτια μου αναβίωσε η εικόνα των εφηβικών μου χρόνων: η ερμαρόλλα γεμάτη μέχρι πάνω με ασημικά, προίκα για την αδελφή μου, Αναστασία. Τεχνουργήματα σμιλεμένα από το θεϊκό χέρι του πασίγνωστου αργυροχόου Καραφελέκκη.

Θυμήθηκα τη μάνα μου να τα γυαλίζει κάθε τόσο με ευλάβεια ψαλμωδίας, να αντανακλούν το φως του ήλιου και να γεμίζουν το δωμάτιο με μια αρχοντική, κυπριακή λάμψη. Κάθε δίσκος, κάθε κηροπήγιο, κάθε κουτάλι έφερε πάνω του το βάρος μιας παράδοσης, την υπόσχεση για το μέλλον της αδελφής μου, το καμάρι της οικογενειακής μας αξιοπρέπειας…»

Η συνέχεια στου φίλου Naki Lado, στο διαδίκτυο.

Ελεύθερα, 26.07.2026