Όταν ο Έρχιουρμαν δηλώνει ότι «δεν θα συμμετάσχουμε σε καμία διαδικασία που δεν ενσωματώνει αυτά τα τέσσερα σημεία», τα οποία κατονομάζει, δεν επιτρέπεται να τα θεωρούμε όρους. Ή προϋποθέσεις. Διότι θυμώνουν οι αναλυτές μας.
Ένας έγραφε χτες ότι «του γράφουν (σ.σ. του καλού μας Έρχιουρμαν) οι κατευθυνόμενοι του Προεδρικού πως θέτει όρους». Όποιος χαρακτηρίσει όρους τους όρους είναι κατευθυνόμενος του Προεδρικού. Για να δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν είναι ο Έρχιουρμαν που σαμποτάρει την προσπάθεια, είναι ο Χριστοδουλίδης.
Δηλαδή, είτε θα δεχτεί ο Χριστοδουλίδης αυτά που ο Έρχιουρμαν ονομάζει «τέσσερα σημεία», είτε δεν υπάρχει ούτε πενταμερής διάσκεψη, ούτε διαπραγματεύσεις. Αλλά αυτό είναι ένδειξη καλής θέλησης από έναν Τουρκοκύπριο που επιθυμεί λύση, δεν είναι ωμός εκβιασμός. Ενώ άμα πει ο Πρόεδρος ότι θέλει να ξεκινήσουν οι συνομιλίες από εκεί που έμειναν στο Κραν Μοντάνα (όπως λένε όλοι, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) είναι ένδειξη ότι δεν θέλει λύση.
Ποια είναι, όμως, τα τέσσερα σημεία του Έρχιουρμαν, που τα θέτει από την πρώτη μέρα που ανέλαβε να εκπροσωπεί τους Τουρκοκύπριους; Τα είπε και προχτές, μετά τη συνάντηση με την Ολγκίν: «Η πολιτική ισότητα να μην τεθεί υπό διαπραγμάτευση, να καθοριστούν ημερομηνίες έναρξης και λήξης των διαπραγματεύσεων, να επιβεβαιωθούν οι προηγούμενες συγκλίσεις και να μην υπάρξει επιστροφή στο στάτους κβο αν η ελληνοκυπριακή πλευρά αποχωρήσει από το τραπέζι».
Τη συμφωνία για την πολιτική ισότητα την ανακοίνωσαν στην πρώτη συνάντηση που είχαν οι δύο με την Ολγκίν. Συμφωνήθηκε, έλεγε η ανακοίνωση των Ηνωμένων Εθνών, ότι αποδέχονται και οι δυο πλευρές την «πολιτική ισότητα, όπως περιγράφεται στα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών». Γιατί συνεχίζει να το απαιτεί ο Έρχιουρμαν; Διότι προφανώς δεν είναι αυτό ακριβώς που απαιτεί, αλλά την κυριαρχική ισότητα, που απαιτούσε και ο Τατάρ και θέλει να τη δεχθεί ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης χωρίς καν διαπραγμάτευση. Ως προϋπόθεση για να πάει σε μια πενταμερή διάσκεψη. Ούτε καν για να πάει σε διαπραγματεύσεις ουσίας.
Το δεύτερο σημείο είναι το χρονοδιάγραμμα με ημερομηνία λήξης των διαπραγματεύσεων. Παρότι, τα χρονοδιαγράμματα (λόγω εμπειρίας από το σχέδιο Ανάν), θεωρείται κόκκινη γραμμή από την πλευρά μας, ας πούμε ότι ξεπερνιέται. Άλλωστε, ούτε εμείς θέλουμε να συνεχίζονται επ’ άπειρον χωρίς αποτέλεσμα οι συνομιλίες. Το τρίτο είναι να επιβεβαιωθούν οι προηγούμενες συγκλίσεις και να μην ανοίξουν ξανά τα θέματα που συμφωνήθηκαν σε προηγούμενες συνομιλίες. Κι αυτό έγινε αποδεκτό. Ο ίδιος ο Πρόεδρος πρότεινε να καταγραφούν οι συγκλίσεις σε έγγραφο από τα Ηνωμένα Έθνη και σε όσες συμφωνούν και οι δύο κοινότητες να μείνουν στο έγγραφο και να μην ξανανοίξουν. Αυτό δεν το δέχτηκε ο Έρχιουρμαν και δεν αντιλαμβανόμαστε με ποιον άλλο τρόπο θα ξέρουν ποιες είναι οι συγκλίσεις, σε ποιες συμφωνούν, σε ποιες υπάρχουν ασάφειες. Διότι ως γνωστό υπάρχουν και πολλές συγκλίσεις που η κάθε πλευρά τις ερμηνεύει διαφορετικά.
Το τέταρτο που θέτει ο Έρχιουρμαν, που δεν είναι όρος αλλά «σημείο», είναι πιο σοβαρό. Θέλει, λέει, να του δοθούν εγγυήσεις (από ποιους, δεν ξέρουμε) ότι αν καταρρεύσουν οι συνομιλίες με υπαιτιότητα της ελληνοκυπριακής πλευράς, οι Τ/κ δεν θα μείνουν εγκλωβισμένοι στο στάτους κβο. Δηλαδή τι θα γίνει; Μα, να αναγνωριστεί το ψευδοκράτος. Ας μείνουν οι Ε/κ εγκλωβισμένοι στο στάτους κβο! Αν όμως αυτό είναι συμφωνημένη προϋπόθεση, τότε με ποια λογική να αναμένουμε ότι θα κάνει η τουρκική πλευρά ειλικρινείς διαπραγματεύσεις για μια win – win διευθέτηση αφού ξέρουμε ότι στόχος της είναι η κατάληξη στην αναγνώριση του ψευδοκράτους; Και πώς θα αποφασιστεί ποιος ευθύνεται για την κατάρρευση των συνομιλιών όταν σε κάθε κύκλο διαπραγματεύσεων, ακόμα και με τη βοήθεια «δικών μας» χρήσιμων ηλιθίων, παρουσιάζεται η πλευρά μας ως υπεύθυνη;
Όταν, για παράδειγμα, συμφωνηθούν όλα -εσωτερική διακυβέρνηση, περιουσιακό, εδαφικό κ.λπ.- και η πλευρά μας επιμένει να συμφωνηθεί και η αποχώρηση των στρατευμάτων και η κατάργηση των εγγυήσεων, η τουρκική πλευρά θα τα απορρίψει και οι συνομιλίες θα καταρρεύσουν. Αλλά θα ευθύνεται η πλευρά μας, διότι επιμένει σε ένα ζήτημα που η Τουρκία και οι Τουρκοκύπριοι δεν το θεωρούν καν διαπραγματεύσιμο. Γιατί να επιμένει αφού γνωρίζει ότι οι Τούρκοι δεν το δέχονται; Άρα, επιμένει για να καταρρεύσουν οι συνομιλίες. Τόσος εν ο νους μας.