Πέρασα μέσα από τον ερευνητικό σταθμό θαλάσσιας υδατοκαλλιέργειας  με τις μεγάλες δεξαμενές εκτροφής ψαριών και βγήκα στην άλλη πλευρά της παραλίας. Άκουσα τον αρμόδιο λειτουργό να μιλά για την ιχθυοκαλλιέργεια, βομβαρδίζοντας τους επισκέπτες ακροατές του με άγνωστες εξωτικές έννοιες όπως συναγρίδες, λαβράκια, τσιπούρες και για την προσφυγούλα, κοινώς κουρκούνα. «Η προσφυγούλα – είπε – για να κρατηθεί ζωντανή χρειάζεται σταθερή θερμοκρασία και το χειμώνα που η θερμοκρασία του νερού πάει κάτω από 16 βαθμούς, το ψάρι αυτό σταματά να τρέφεται, παθαίνει ρωγμές στο δέρμα του και ψοφά. Εμείς έχουμε εδώ λέβητα όπου κρατούμε ζεστό το νερό το χειμώνα με σταθερή θερμοκρασία 18-19 βαθμούς που είναι ιδανική για την κουρκούνα».

Τους μίλησε επίσης για χταπόδια, για μινέρκα και για λιθρίνια, για παραμυθένια πλάσματα που δεν υπάρχουν στον δικό μου κόσμο.

Βγήκα στην άλλη πλευρά, στην παραλία με τη λιγοστή άμμο και τα πολλά γυαλιστερά βότσαλα. Ήταν σαν να είδα πρώτη φορά άμμο, σαν να είδα πρώτη φορά βότσαλα, σαν να είδα πρώτη φορά τον ήλιο, τη θάλασσα, τον γαλάζιο ουρανό. Αναρωτήθηκα αν θα μπορούσα ποτέ να αδειάσω από όλο αυτό το βάρος της ασφάλτου και του τσιμέντου που κουβαλώ, του θορύβου της πόλης, της δηλητηριώδους εξάτμισης των τροχοφόρων, της ατέλειωτης μοναχικής καθήλωσης μπροστά στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Και από όλο το βάρος των λέξεων που αντικατέστησαν την πραγματική ζωή.

Ένα μικρό αγόρι έσκυβε διστακτικά και άγγιζε με δέος το σκληρό κέλυφος μιας τραυματισμένης χελώνας ενώ αυτή σερνόταν με δυσκολία προς το νερό και ύστερα την έψαχνε με τα φωτεινά καστανά μάτια του καθώς η χελώνα εξαφανιζόταν στο βυθό. Στο φυσικό περιβάλλον όπου ανήκει. Σε αυτό το περιβάλλον που έχει παιδιά με έντονα συναισθήματα, τραυματισμένες χελώνες με θέληση για ζωή, πλατιές θάλασσες και ανοιχτούς ορίζοντες. Σε αυτό το περιβάλλον όπου πολλοί από εμάςνιώθουμε μετέωροι, ξεκρέμαστοι, τυχαίοι και περιστασιακοί επισκέπτες.