Δεν πρόλαβα ούτε την ακολουθία στην εκκλησία, ούτε την ταφή, όσο κι αν έσπευσα να τελειώσω το ρεπορτάζ για να είμαι έγκαιρα έστω στο κοιμητήριο… Είμαι σίγουρος ότι αν με έβλεπε έτσι να τρέχω και να αγχώνομαι για να είμαι εκεί τη συγκεκριμένη ώρα του απογεύματος όπως έγραφε η αγγελία στην εφημερίδα, θα μου έδινε ένα συγκαταβατικό κτυπηματάκι στον ώμο και θα μου έλεγε γελαστός να μη χολοσκώ και πολύ, δεν υπάρχει θέμα…

Θα με συμβούλευε να πάρω τον χρόνο μου, δεν τελειώνει ο χρόνος ποτέ, πάντα υπάρχει χρόνος, είτε έτσι είτε αλλιώς, για να κάνει κανείς κάτι που θέλει πολύ… Ο ίδιος δεν βιαζόταν ποτέ, είχε υπομονή ακαταμάχητη, που ερχόταν ίσως από τις αργοκίνητες δεκαετίες πριν την τουρκική εισβολή, πριν χάσει το σπίτι του στο Βαρώσι, που μόνο έξι μήνες το χάρηκε, μετά που επέστρεψε από τη ξενιτιά όπου έζησε για χρόνια μετανάστης.

Όχι, μην παρεξηγήσετε τα πιο πάνω, δεν υπήρξε ποτέ αργόσχολος, αντίθετα ήταν ένας άντρας της δράσης και της σκληρής δουλειάς, που είχε το ταλέντο να φυλάει στιγμές ανάσας, μοιρασμένες με την οικογένεια, με τους φίλους και, βέβαια, με τον ίδιο τον εαυτό του.  Ακόμα και στην εντατική μονάδα όπου άφησε την τελευταία του πνοή, διασωληνωμένος με συσκευές οξυγόνου, με τον θάνατο να φτερουγίζει στο προσκέφαλό του, κατάφερε να αποσπάσει το «ναι» του ενός από τους γιους του, για οικογενειακό γλέντι στο σπίτι της κόρης του.

Πέθαινε και το ήξερε με κάθε πόντο του πονεμένου του σώματος, αλλά…ήταν έτοιμος να σηκωθεί, να τινάξει από πάνω του τα σεντόνια και τα 88 χρόνια που τον βάραιναν και να πάει να ψήσει τη σούβλα του και να τσουγκρίσει το ποτήρι του με αυτούς που αγαπούσε. Πάντα σπεύδοντας βραδέως, πάντα χωρίς να βιάζεται, έδινε την εντύπωση πως ήξερε κάτι που οι νεότεροι γύρω του δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν ποτέ.

Εκεί που όλοι γύρω του έτρεχαν, αυτός σταματούσε κι άγγιζε τα δέντρα. Σταματούσε και κοίταζε τη θάλασσα. Σταματούσε και σκεφτόταν το Βαρώσι… Ναι, περισσότερο απ’ όλους η σύζυγός του ήξερε πόσο έντονα σκεφτόταν το Βαρώσι και το σπίτι του εκεί… Για μισό αιώνα κουβαλούσε στις τσέπες του τα κλειδιά του σπιτιού του… μέχρι που οι τσέπες σκίζονταν και του τις ξανάραβε, πάλι και πάλι.

Φρόντισε και του τα έβαλε στην τσέπη του, σε αυτό το τελευταίο του ταξίδι. Κι έτσι κατέβηκε στο χώμα έχοντας μαζί του τα κλειδιά της πιο όμορφης ιδέας… ότι το καλύτερο είναι μπροστά και τον περιμένει να το ξεκλειδώσει.