Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων σήμερα Σάββατο και Παγκόσμια Ημέρα του Πατέρα αύριο Κυριακή. Και το πρώτο που τώρα μου έρχεται στο μυαλό είναι εκείνη η μέρα του Απρίλη 2009 όταν η αδελφή μου, μου τηλεφώνησε στο Λονδίνο όπου εργαζόμουν τότε ως ανταποκριτής της εφημερίδας, για να μου πει ότι πέθανε ο πατέρας μας λίγα λεπτά προηγουμένως στο σπίτι του προσφυγικού συνοικισμού στη Λακατάμια.
Το τηλεφώνημα ήρθε ενώ βρισκόμουν στην καφετέρια απέναντι απ’ το γραφείο και διάβαζα το ογκώδες ιστορικό ντοκουμέντο «Τhe Whisperers – Private Life in Stalin’s Russia» που ο Βρετανός ακαδημαϊκός, Οrlando Figes, εξέδωσε το 2007 – μαρτυρίες της φυσικής και ψυχικής εξόντωσης εκατομμυρίων ανθρώπων στη σοβιετική Ρωσία της σταλινικής περιόδου, που σε όλη τη ζωή τους φοβούνταν να μιλήσουν ανοικτά και περιορίζονταν να ψιθυρίζουν και να κρύβουν για τον εαυτό τους τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους.
Είχα σκεφτεί ότι ο σταλινισμός ήταν ένα θέμα που σημάδεψε τον Δημήτρη μια κι έξω. Ήξερα ότι η πολιτική επιρροή του Σοβιετικού δικτάτορα σκίαζε πάντα τη «μικρή» και «ασήμαντη» ζωή του πρόσφυγα πατέρα μου από τότε που ήταν ένας ξεριζωμένος έφηβος στο Βαρώσι της δεκαετίας 1930, μέχρι τα γεράματά του – πρώτα τον λάτρεψε στα τυφλά και χωρίς όρους, όπως τον λάτρευαν χιλιάδες άλλοι νεαροί Κύπριοι αριστεροί της εποχής εκείνης και ύστερα τον απέρριψε, μαζί με όλα όσα ο Στάλιν εκπροσωπούσε: Την προσωπολατρεία, τη βίαιη εξουσία και την ανήθικη χειραγώγηση των μαζών από τους κομματικούς αγκιτάτορες.
Θα έλεγα ότι άρχισε να ωριμάζει πολιτικά με τη σταδιακή απόρριψη της ολοκληρωτικής ιδεολογίας, που ξεκίνησε το 1953 με τον θάνατο του Στάλιν και την αποκάλυψη των εγκλημάτων του και συνεχίστηκε μέχρι την κατάρρευση και την οριστική απογύμνωση του σοβιετικού μπλοκ από τα ψέματα και τους μύθους του.
Ρίσκαρε έτσι να απομονωθεί κοινωνικά και να χάσει προσωπικούς τους φίλους που ήταν και ιδεολογικοί του σύντροφοι. Όμως, για λόγους αρχής αρνήθηκε το πιο εύκολο και βολικό που ήταν να «ανήκει» και επέλεξε το πιο δύσκολο κι επώδυνο, που ήταν να μην «ανήκει».
Αυτό το κείμενο είναι μόνο μια μικρή υπόμνηση της μεγάλης επιθυμίας του πατέρα μου να είναι εσωτερικά ελεύθερος – την επιθυμία ενός ταπεινού ανθρώπου που γεννήθηκε στη φτώχεια και πέθανε στην προσφυγιά, μέσα στους περιορισμούς του περιβάλλοντός του,που δεν έμαθε να έχει φιλοδοξίες, που δεν διεκδίκησε καμιά μεγάλη ή μικρή περιουσία, καμιά μεγάλη ή μικρή αθανασία. Διεκδίκησε μόνο το δικαίωμά του να έχει και να εκφράζει (φωναχτά κι όχι ψιθυριστά) τις δικές του σκέψεις και όχι αυτές κάποιων άλλων.