«Ένα ακόμα παιδί το νέο θύμα στην άσφαλτο…». Μια φράση που πλέον μετατρέπεται σε οδυνηρή ρουτίνα των καθημερινών αστυνομικών δελτίων. Η είδηση για την περίπτωση ενός συνανθρώπου μας που φεύγει τόσο πρόωρα από τη ζωή δεν αποτελεί πια το πρώτο θέμα της ημέρας. Όπως συνέβαινε κάποτε. Καταχωνιάζεται εν ριπή οφθαλμού στα «ψιλά» της επικαιρότητας, στριμωγμένη και στοιβαγμένη ανάμεσα σε στείρες πολιτικές αντιπαραθέσεις και ανάλαφρα lifestyle νέα που μας κατακλύζουν από παντού. Το συγκλονιστικό στοιχείο της απώλειας διαρκεί πλέον μόνο για λίγες στιγμές, προτού μας προσπεράσει η συνήθεια.
Τις τελευταίες μέρες, ο φόρος αίματος αποκτά ένα συγκεκριμένο, τρομακτικό προφίλ: τα θύματα είναι, στην πλειονότητά τους, μοτοσυκλετιστές. Νέοι άνθρωποι, γεμάτοι όνειρα και ζωή, που σβήνουν άδικα.
Η μοτοσυκλέτα, από ένα μέσο με ξεχωριστή αίγλη για τη νεολαία, μετατρέπεται με εγκληματική ευκολία σε παγίδα θανάτου. Και αυτό ιδιαίτερα στους κυπριακούς δρόμους.
Ψάχνοντας για βαθύτερα αίτια, ερχόμαστε αντιμέτωποι με αλήθειες χιλιοειπωμένες, σχεδόν αυτονόητες:
⦁ Η οδική συνείδηση δραπετεύει σε μόνιμες διακοπές: Κυριαρχεί η εγωιστική κουλτούρα του «ποιος θα περάσει πρώτος» και μια διάχυτη, εγκληματική αμέλεια. Τα ελλείμματα που παραπέμπουν στην παιδεία βγάζουν μάτι.
⦁ Υποδομές που παγιδεύουν: Ένα οδικό δίκτυο κακοσυντηρημένο, με ανύπαρκτο ή προβληματικό φωτισμό και εξόφθαλμες ελλείψεις στις προδιαγραφές ασφαλείας, ειδικά για τα δίκυκλα.
⦁ Η κουλτούρα της ταχύτητας: Το κράνος υποβαθμίζεται συχνά σε είδος πολυτελείας ή διακοσμητικό στοιχείο, γεγονός που, σε συνδυασμό με την απειρία και τη μανία για ιλιγγιώδη ταχύτητα, αποδεικνύεται μοιραίο, με τελικό προορισμό την αποκοπή του νήματος της ζωής.
Το ουσιαστικό μέρος, όμως, δεν βρίσκεται στους αριθμούς, στις τυποποιημένες δηλώσεις συγκλονισμού και στα ρηχά συλλυπητήρια που ανακυκλώνονται μηχανικά, πριν πάμε πιο κάτω. Πίσω από ένα αριθμό στις λίστες της Τροχαίας κρύβεται ένα παιδί με ονοματεπώνυμο, ένα γέλιο που κόπηκε στη μέση και μια οικογένεια που καταδικάστηκε σε ισόβιο θρήνο.
Η οδική ασφάλεια δεν είναι τελικά ζήτημα κακής τύχης. Είναι ζήτημα βαθιάς παιδείας, αυστηρής αστυνόμευσης και, πάνω απ’ όλα, κρατικής ευθύνης. Αν δεν ξυπνήσουμε επιτέλους από τον λήθαργο του συμβιβασμού, στον Μολώχ της ασφάλτου θα θυσιάζεται το ίδιο το μέλλον αυτού του τόπου. Και ας μην ξεχνάμε: η επόμενη «είδηση στα ψιλά» μπορεί να χτυπήσει και τη δική μας πόρτα.