«Έππεσεν τo μάτι σου μες τον καφέ», είπε η Νάτια στη μικρότερη αδελφή της κι αυτή άρχισε να κλαίει απαρηγόρητη βλέποντας μια τεράστια φυσαλίδα στο καϊμάκι. Την επόμενη μέρα μια κριθαρκά, ένας αμματάς, φύτρωσε στο μάτι της μικρής Δέσποινας, το οποίο όλο και μεγάλωνε, ώσπου το μάτι έκλεισε. Ούτε οι αλοιφές ούτε τα κολλύρια με ζαμπούκον δεν έπιασαν τόπο, ούτε καν το τάμα στην Παναγία τη Φωτολάμπουσα, προστάτιδα της όρασης, γι’ αυτό και αποφάσισαν να πάρουν το κοριτσάκι στην ξεματιάστρα για να της βκάλει τον φον της.

Η Ξαντρού έριξε σ’ ένα ποτήρι με αγιασμένο νερό τρεις σταγόνες λάδι κι αυτό άνοιξε κι απλώθηκε στην επιφάνεια σχηματίζοντας ένα μεγάλο ενιαίο κύκλο. «Αμμάτιν, κόρη μου, που έπιασεν την μιτσ̆ιάν» ξεφώνισε. «Μεν έσ̆ετε έννοιαν τζ̆ι εγώ έννα της το βκάλω». Άρχισε να ψάλλει μια προσευχή προς τον Άγιο Κυπριανό, λόγια ακατάληπτα για το εξάχρονο κοριτσάκι, το οποίο κλωτσούσε κι έκλαιγε την ώρα που της έκανε το ξόρκι, φοβούμενη πως θα της αφαιρούσε το μάτι.

Τα κλάματα κι οι φωνές της ακούστηκαν μέχρι το καφενείο. Έτρεξε ο πατέρας θυμωμένος με τις γυναίκες που ασχολούνταν με βασκανίες και εξορκισμούς, την έπιασε στην αγκαλιά του όπου και αποκοιμήθηκε μέχρι να φτάσουν στο σπίτι. Την ξάπλωσε στο κρεβάτι και αυτή συνέχισε έναν ύπνο γεμάτο αναφιλητά. Η γιαγιά, η μητέρα και η αδελφή κάθισαν στη γειτόνισσα για καφέ, αμέτρητοι οι καφέδες και τα τρατταρίσματα στο χωριό από σπίτι σε σπίτι.

Η Δέσποινα ξύπνησε στη σκοτεινή κάμαρη χωρίς παράθυρα, που είχε μονάχα δυο μικρές τρύπες για ν’ αερίζεται. Μες στο σκοτάδι το μόνο που είδε ήταν ο φωσφορούχος σταυρός με τον Εσταυρωμένο Χριστό που κρεμόταν στην τζ̆εφαλαρκάν του κρεβατιού. Στο βάθος του δωματίου, σε μια εσοχή στον πέτρινο τοίχο εκεί που έκαιγε το καντήλι, είδε φωτισμένο το εικόνισμα της Παναγίας. Πάντως το μάτι της βρισκόταν ακόμη στη θέση του. Δοκίμασε να κατέβει από το κρεβάτι που ήταν ψηλότερο απ’ την ίδια στο οποίο την ανέβαζαν είτε οι γονείς ή σκαρφάλωνε από μόνη της πατώντας σε μια καρέκλα. Γλιστρώντας από τον στύλο του κρεβατιού, κατέβηκε τρέχοντας προς την πόρτα η οποία δεν άνοιγε, αφού την είχαν ρωμανίσει απ’ έξω.

Άραγες είχε πεθάνει την ώρα που της έκαναν τα μάγια και θα έμενε για πάντα κλεισμένη στο κατασκότεινο δωμάτιο με τα άσπρα σεντόνια και το κυπαρισσένιο ερμάρι όπου η γιαγιά φύλαγε τα σάβανά της; Τρόμαξε ακόμη περισσότερο όταν τα μάτια της συνήθισαν στο σκοτάδι και με το ελάχιστο φως του καντηλιού είδε πως το ερμάρι είχε τη μια του πόρτα ανοιχτή. Ο φόβος της μεγάλωσε ακόμη παραπάνω αφού θυμήθηκε τα λόγια της γιαγιάς, «Να κλειδώνετε πάντα το αρμάριν τη νύχταν να μεν μπουν οι κοτζ̆άκαρες τζαι γεννήσουν». Οι καλικατζαρίνες άφηναν καφέ κηλίδες στα ασπρόρουχα που δεν έφευγαν, όσο κι αν η γιαγιά τα χόχλαζε και τα έτριβε με το σαπούνι ή την αλουσίβα.

Ανεβαίνοντας στις μύτες των ποδιών της κατάφερε να φτάσει στην κλειδαρότρυπα. Απ’ εκεί είδε τη ζωή να συνεχίζεται κανονικά έξω στη αυλή, παρά την απουσία της. Οι κότες έτρεχαν τσιμπολογώντας σπόρους, ενώ πιο πέρα η γυναικοπαρέα μιλούσε ανέμελα κι ας είχε πεθάνει η ίδια και θα έμενε για πάντα στα σκοτάδια της πέτρινης κάμαρης με τη μπλε-λουλακιά πόρτα που τώρα της φαινόταν μαύρη-κατάμαυρη. Άρχισε να φωνάζει και να κλωτσά την πόρτα. Περνούσαν οι ώρες, οι μήνες και τα χρόνια μα κανείς δεν την άκουγε, την είχε καταπιεί ο άχρονος χρόνος της αιωνιότητας.

«Έρκουμαι, έρκουμαι Δενούλα», ακούστηκε η φωνή της μητέρας η οποία άνοιξε και την πήρε αγκαλιά γεμίζοντάς την με φιλιά. Το διάστημα που ξύπνησε στο σκοτεινό δωμάτιο δεν είχε διαρκέσει παρά ελάχιστα λεπτά, μα το κοριτσάκι το βίωσε ως τους αιώνες των αιώνων. Κάθισε στα γόνατα της μάμμας που συνέχισε να ρουφά τον καφέ που της είχε ψήσει πριν λίγο πριν η Χρυσανθού, ενώ αυτή πήρε το γλυκό κιτρομηλούδι, το βούτηξε μέσα στο ποτήρι με το δροσερό νερό και το καταβρόχθισε ευχαριστημένη. Ήταν ζωντανή, περιτριγυρισμένη από αγαπημένα της πρόσωπα στην αυλή της γιαγιάς που ενωνόταν με της γειτόνισσας. Πήρε την αδελφή από το χέρι και χοροπηδώντας έφυγαν για να ταΐσουν σανό τα γαϊδουράκια τους. Η σκοτεινή αυτή μέρα τέλειωσε μες στο γαλάζιο και στη συνέχεια το τριανταφυλλί ροζ φως του δειλινού, κάτω από τα φτερουγίσματα των χελιδονιών και των κουρούνων.

Πέρασαν πολλές δεκαετίες από τότε, μα μήτε η μορφή της ξεματιάστρας μήτε των γυναικών στα μαύρα στη λευκή ασβεστωμένη αυλή δεν σβήστηκαν από το μυαλό της. Μέχρι σήμερα κοιμάται με τα παντζούρια ανοιχτά, αποφεύγοντας έτσι το σκοτάδι της πέτρινης κλειστής κάμαρης εκείνης της μέρας που θα της εβκάλλαν τον φον τζ̆αι τ’αμμάτιν.

dena.toumazi@gmail.com