Η εικόνα ενός βρέφους 18 ημερών να ανασύρεται ζωντανό από τα συντρίμμια στη Λα Γουάιρα της Βενεζουέλας, 32 ώρες μετά τον καταστροφικό σεισμό, κόβει πραγματικά την ανάσα. Μέσα στο σκοτάδι, κάτω από τους προβολείς των διασωστών, το τυλιγμένο στην κουβέρτα μωρό γίνεται το απόλυτο σύμβολο της ελπίδας ή έστω της ιχνηλάτησης μιας χαραμάδας που οδηγεί σ’ αυτήν. Λίγο μετά, η διάσωση της μητέρας συνέθεσε ένα σκηνικό που επιβεβαιώνει πως θαύματα γίνονται ακόμα σ’ αυτό τον κόσμο. Μέσα από την τραγικότητα και την ώσμωση του θανάτου, η ίδια η ζωή βρήκε πάλι τον τρόπο να ξεπροβάλει, στέλνοντας ένα εκκωφαντικό μήνυμα μέσα από την παγερή σιωπή των ερειπίων για την ακατανίκητη δύναμη της ύπαρξης.
Ωστόσο, πέρα από το αυθόρμητο ξέσπασμα χειροκροτήματος και τα δάκρυα συγκίνησης, ένας βαθύτερος και συνάμα αμείλικτος προβληματισμός, γεννάται βασανιστικά. Αν οι κανόνες της φύσης λειτούργησαν με τον πιο θαυμαστό τρόπο για να κρατήσουν αυτό το παιδί στη ζωή, τι μέλλει γενέσθαι παρακάτω; Πώς θα καταφέρει αυτό το νεογέννητο να διασωθεί από τα «ερείπια» μιας σύγχρονης και τόσο τοξικής κοινωνίας; Που είναι ήδη σωριασμένη και βαθιά καταχωνιασμένη σε «ερείπια», που είναι απαγορευτικά για το οποιοδήποτε θαύμα… Τα ερείπια από μπετόν μπορεί να καθαρίζονται με μπουλντόζες, αλλά τα «ερείπια» της κοινωνικής αποξένωσης, απαιτούν βαθύτερες βυθοσκοπήσεις… Μια εσωτερική, πνευματική αφύπνιση από τον καθένα μας.
Βιώνουμε όντως έναν κόσμο που λειτουργεί με όρους αποξένωσης, ανταγωνισμού και πνευματικού στραγγαλισμού των προσώπων. Αν η εικόνα ενός εγκλωβισμένου βρέφους εξεγείρει την παγκόσμια ευαισθησία, πόση από αυτή την ευαισθησία μεταφράζεται τελικά σε ανθρωπιά στην καθημερινότητά μας; Συγκινούμαστε με το «θαύμα», αλλά παραμένουμε απαθείς μπροστά στους καθημερινούς, αόρατους μηχανισμούς που συνθλίβουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η σύγχρονη κοινωνία μας καταναλώνει τέτοιες ειδήσεις ως «συναισθηματικό περιεχόμενο» στα social media για λίγα λεπτά, αν όχι και δευτερόλεπτα, προτού επιστρέψει στην καθημερινή σκληρή και ανάλγητη όψη της.
Το βρέφος της Βενεζουέλας κατάφερε να βγει σώο μέσα από τον θανατηφόρο κλοιό των τσιμέντων. Το μεγάλο στοίχημα τώρα είναι κατά πόσο θα τα καταφέρει να βγει το ίδιο σώο μέσα από την αποπνικτική τοξικότητα των ερειπίων του σημερινού κόσμου, που μόνο κόσμος δεν είναι. Τουλάχιστον, εφόσον οι ευαισθησίες μας το επιτρέπουν ας αναρωτηθούμε πώς μπορούμε να χτίσουμε ένα κόσμο, που να είναι πραγματικό κόσμημα, λιγότερο έστω στραγγαλιστικό, που η ζωή δεν θα χρειάζεται το θαύμα γιατί έτσι απλά η ίδια είναι από μόνη της θαύμα και θ’ ανθίζει παντού κάθε μέρα.