Με την επικείμενη αφυπηρέτηση (31/8) του πρύτανη του Πανεπιστημίου Λεμεσού (UoL) καθηγητή Θεόδωρου Παναγιώτου, μετά από μισό αιώνα ακαδημαϊκής καριέρας, συνδυάστηκε η φετινή τελετή αποφοίτησης την περασμένη Παρασκευή (26/6). Ξεχωριστή στιγμή της εκδήλωσης αποτέλεσε η απονομή του τίτλου του Ιδρυτικού Πρύτανη και Ομότιμου Καθηγητή στον Θεόδωρο Παναγιώτου, ενώ η Σύγκλητος και το Συμβούλιο του πανεπιστημίου τίμησαν τη συμβολή του στη διαμόρφωση της ακαδημαϊκής ταυτότητας του Πανεπιστημίου Λεμεσού και τη μακρόχρονη προσφορά του στην ανώτατη εκπαίδευση.
Είναι γνωστό ότι το Πανεπιστήμιο Λεμεσού είναι ουσιαστικά «δημιούργημα» του καθηγητή Παναγιώτου αφού αποτελεί μετεξέλιξη του Cyprus International Institute of Management (CIIM) του κορυφαίου μεταπτυχιακού ιδρύματος διοίκησης στην Κύπρο που διηύθυνε και ανέπτυξε για 22 χρόνια (2000-2022). Η μετεξέλιξη του CIIM στο Πανεπιστήμιο Λεμεσού ήταν γι’ αυτόν η πραγματοποίηση «ενός οράματος δεκαετιών», όπως μου ανέφερε ο ίδιος.
Μου είπε όμως και τα εξής ο καθηγητής Θεόδωρος Παναγιώτου: «Όλα όσα έχω καταφέρει τα οφείλω στους γονείς του που με ενέπνευσαν και ιδιαίτερα στη μητέρα μου, μια φτωχή χωρική με λιγοστή μόρφωση (Τρίτη Δημοτικού), ατσαλένια θέληση, αγάπη για τα γράμματα και ασυνήθιστη καλοσύνη, η οποία πέθανε στα 92 της χρόνια στις 26 Σεπτεμβρίου 2013, ενώ ήταν ακόμα γεμάτη ζωή και μετά από μια ολόκληρη μέρα εργασίας, αλλά και ανάγνωσης. Δεν είχε βγάλει το Δημοτικό, αλλά λάτρευε τα βιβλία και τη γνώση όπως και ο πατέρας μου, ο οποίος εντελώς αυτοδίδακτος μελέτησε τους αρχαίους φιλοσόφους και συνέγραψε τα «Περί Αρετής και Αρμονίας Ποιήματα» (ΥΠΑΝ 2002) σε γλώσσα αρχαΐζουσα.
Μιλώντας για τις συνθήκες ζωής της μητέρας του στα πρώτα χρόνια της ζωής της στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ο καθηγητής Παναγιώτου περίγραψε ουσιαστικά μια σκοτεινή εποχή για την Κύπρο, όταν το νησί ήταν βυθισμένο μέσα στο σκοτάδι της αποικιοκρατίας, της φτώχειας και των στερήσεων και όταν οι άνθρωποι διάβαζαν με… το φως του φεγγαριού και τη λάμπα του πετρελαίου.
Όπως μου είπε, «ήταν ορφανή από ηλικία δύο χρόνων η κυρία Ελένη και δεν γνώρισε πατέρα. Η μόνη “παρακαταθήκη” που της άφησε ο πατέρας της όταν έπεσε από μια ελιά και τραυματίστηκε θανάσιμα, ήταν ένα βουνό από χρέη και η απύθμενη καλοσύνη του, για την οποία του κόλλησαν και το παρατσούκλι “Βέρικουτ”, από το αγγλικό “very good”. Μόλις πέντε χρόνων, η Ελένη Βέρικουτ άρχισε να ξενοδουλεύει για να στηρίξει τη μητέρα της και να βοηθήσει να ξεπληρώσουν τα δυσβάστακτα χρέη που τους άφησε ο πατέρας της».
Σημειώνω καταληκτικά την παρατήρηση του καθηγητή Παναγιώτου: «Σπούδασα και δίδαξα σε μεγάλα πανεπιστήμια… μα τι έχω πετύχει, σε σύγκριση με τους γονείς μου, που τίποτα δεν είχαν σπουδάσει κι όμως έκαναν τόσα πολλά;».