Διαβάστε Βαρωσιώτες όσοι αντέχετε ακόμη, το «Προορισμός Φαμαγκούστα» του Γιώργου Μιχαηλίδη. Ένα βιβλίο που δεν περικλείει μόνο τα διαχρονικά επιτεύγματα της πόλης μας, το χρονολόγιο των ζωών μας και μαυρόασπρες φωτογραφίες του παρελθόντος!
Εκφράζει την ηχηρή και αναλλοίωτη απάντηση, ημών των ζώντων εναπομεινάντων της Πόλης των Πόλεων, προς τις διαχρονικές πολιτικές κεκοιμημένες ηγεσίες.

Το βιβλίο περιέχει, ανδρεία, πόνο, άνοδο, πτώση, δόξα, ευδαιμονία, παράδοση και πολιτισμό αιώνων. Η κοπιώδης αυτή τεκμηρίωση είναι ένα ηχηρό χαστούκι για την απραξία, την αδράνεια και την άθλια συμπεριφορά των διαχρονικών ηγετών προς Την Πόλη στην οποία, αν μη τι άλλο, τούτο το μισό κράτος χρωστά ευγνωμοσύνη η οποία δεν μετριέται με αριθμούς.
Χρωστά στην πόλη μας την παρουσία και τη θέση του στον παγκόσμιο χάρτη της ιστορίας.
Η καταγραφή της πάλλουσας ζωής της Αμμοχώστου, είτε της παλαιότερης, είτε αυτής που εμείς είχαμε την ευτυχία να γνωρίσουμε, αποτελεί μέγιστο καθήκον ημών που απερχόμαστε αυτού του επίγειου παράδεισου που λεγόταν Αμμόχωστος.
Καθήκον και γνωστοποίηση προς το μισό κράτος, αλλά και τιμή και περηφάνεια για εμάς όλους που παραμένουμε λάτρεις της πόλης μας και έχουμε ένα και μοναδικό όνειρο να την ξαναζήσουμε παρέα με τους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους.
Πώς μπορώ να μιλήσω για μια πόλη που χάραξε τις ζωές όλων μας ενώπιον της οποίας στεκόμαστε άπρακτοι και άνανδροι εδώ και 52 χρόνια και ναι, ας το παραδεχτούμε ότι αποδεχτήκαμε ως κοινωνία να τη βλέπουμε από μακριά.
Όχι να τη ζούμε, όχι να την υμνούμε, όχι να τη διεκδικούμε όπως λέει το περίφημο και γραμματικά πρωθύστερο ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ ΚΑΙ ΔΙΕΚΔΙΚΩ. Ξεχάσαμε, δεν αγωνιστήκαμε γιατί δεν καταλάβαμε ποτέ τη δύναμη που απορρέει από τον ρόλο μας, ούτε διεκδικήσαμε γιατί αρκεστήκαμε στα αφηγήματα της Αμμοχωστοποίησης που προτάσσει ότι είναι μια πόλη φάντασμα!
Να υπενθυμίσω ότι προτάθηκε η επιστροφή των μονίμων κατοίκων της Αμμοχώστου 7 φορές και αρνηθήκαμε.
Η Αμμόχωστος δεν είναι μια πόλη φάντασμα για μνημόσυνα και ψευτοδάκρυα. Είναι ό,τι πιο ζωντανό και χαρακτηριστικό της παρουσίας μας και του τρόπου βίου μας στην Ανατολική Μεσόγειο τότε, και θα μπορούσε να είναι και τώρα. Φανταστείτε μόνο για μια στιγμή τι θα ήταν η Κύπρος χωρίς την Αμμόχωστο, χωρίς την επαρχία της, χωρίς την πεδιάδα της, χωρίς την Έγκωμη, τη Σαλαμίνα, την Αρσινόη, την Κωνσταντία, και την περίφημη Φαμαγκούστα.
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι είναι η ίδια η Αμμόχωστος, η περίφημη για την ιστορία, τα κάλλη και τα επιτεύγματα της που ώθησε τον συγγραφέα να ασχοληθεί με αυτό που ονομάζουμε σήμερα τουρισμό που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προώθηση και η γνωστοποίηση της ιστορίας, του πολιτισμού, του χαρακτήρα και των παραδόσεων των Κυπρίων προς τρίτους, παρέα με την καλλιέργεια μιας πανάρχαιας αρετής που λέγεται φιλοξενία για την οποία ο τόπος μας φημιζόταν.

Τι πραγματικά άφησε πίσω η Αμμόχωστος όταν φύγαμε;
Μια ζωντανή και πάλλουσα πολιτεία που όμοιά της δεν υπήρξε. Μια θάλασσα παινεμένη και μοναδική, ένα φημισμένο αρχαιολογικό και μεσαιωνικό τοπίο, απτή απόδειξη της ρέουσας ιστορίας της. Μια πάγκαλη και εύφορη επαρχία. Μια μοναδική τουριστική υποδομή. Ένα μεγάλο αριθμό σύγχρονων βιομηχανιών.
Το τελειότερο αποχετευτικό σύστημα έτοιμο και τελειωμένο ν’ αρχίσει τη λειτουργία του τον Αύγουστο το 1974, το δε νερό του θα χρησιμοποιούταν για τους κήπους της περιοχής και για το μοναδικό στην Κύπρο Golf Course. Άφησε πίσω της ένα σύγχρονο αυτόματο μηχάνημα καθαρισμού των παραλιών. Άφησε λεωφόρους με πεζοδρόμια πλατιά και δεντροφυτεμένα που όμοιά τους δεν έχουμε σήμερα, άφησε πλατείες, πλατιούς δρόμους, η Κέννεντυ ξεκινούσε από τη κλινική Χατζηαθανάση και κατέληγε στη Δερύνεια.
Άφησε μια πόλη με ραγδαία ανάπτυξη προς ανατολάς και δυσμάς, προς βορρά και νότο. Άφησε πίσω το όνειρο να μετατραπεί το δάσος της Σαλαμίνας σε Εθνικό Πάρκο της Κύπρου. Άφησε έργα προόδου και πολιτισμού, εκπαιδευτήρια και εκκλησιές.

Άφησε μια πόλη του μέλλοντος με ένα πολεοδομικό και ρυθμιστικό σχέδιο του Αμμοχωστιανού Άγγελου Δημητρίου που καταρτίστηκε πριν το ‘74 για να διαρκέσει μέχρι το 2024. Άφησε το ΓΣΕ, 6390 τηλεφωνικές γραμμές, 46 ξενοδοχεία, 40 hotel appartments, 99 κέντρα αναψυχής, 59 ταξιδιωτικά και ναυτιλιακά πρακτορεία, και ένα λιμάνι που δεχόταν το 49% της επιβατικής κίνησης και το 83% του ολικού φορτίου. Το καλοκαίρι του ‘75 ο τουριστικός προορισμός Φαμαγκούστα θα είχε 14.000 κλίνες. Τέλος, άφησε μέσα εγκλωβισμένες τις ψυχές των 48,000 κατοίκων που την έκτισαν, τη φρόντισαν, την παίνεψαν και την αγάπησαν.
Ο συγγραφέας κατάφερε και μάζεψε όλα αυτά τα πολύτιμα δεδομένα, ζώντα τεκμήρια ιστορίας για τους μελλοντικούς χρόνους. Συνέδεσε την πολύβουη ιστορία του παρελθόντος με τον τουρισμό και την ανάπτυξη της σύγχρονης πόλης. Μη νομίζετε, αγαπητοί αναγνώστες, ότι εμείς ανακαλύψαμε τον τουρισμό!
Διαβάστε στο βιβλίο για τη σχέση της Αγίας Αικατερίνης με τους Λουζινιάν, ενώ ποτέ δεν πάτησε το πόδι της στην Κύπρο, τις θρησκευτικές εκδρομές που ένωναν Αμμόχωστο, Αλεξάνδρεια και Σινά που άφηναν πολύ χρήμα στην πόλη. Διαβάστε για τον Μογάπγαπ και το όνειρο που κατάφερε να πραγματοποιήσει ζώντας ανάμεσα στα ερείπια των τειχών, διαβάστε για τους καλλιτέχνες που έφερε από την Αθήνα ο Ευαγόρας για να κοσμήσει την πόλη του για να τη βλέπουν οι ξένοι.
Είναι ακριβώς αυτή η σύνδεση που επεξηγεί την τεράστια επιτυχία του τουρισμού στην Αμμόχωστο στα χρόνια πριν το 74. Είναι αποτέλεσμα της εκτίμησης όλου αυτού του ευρωπαϊκού κόσμου που ανακάλυψε στο νησί εκτός από τη συνέχεια της δικής του ιστορίας, τις ομορφιές του τόπου, και κυρίως απόλαυσε τη φιλοξενία και το ανοιχτό και πρόσχαρο χαρακτήρα του Βαρωσιώτη.

Ο Γιώργος Μιχαηλίδης επικεντρώθηκε στο να αναδείξει ότι η πόλη ήταν πρωτοπόρα μέσα από τη διαχρονική της ιστορία, τεκμηριώνοντας αυτό που έγραψε ο μέγιστος Γάλλος ιστορικός Φερνάντ Μπρωντέλ, για τη μεγάλη διάρκεια… το περίφημο La longue durée. Δεν είμαστε Ντουμπάι! Δεν έχουμε άμμο κάτω από τα πόδια μας, αλλά πολιτισμό.
Δεν είναι η ανδρεία που έλειψε ποτέ από την ιστορία της πόλης μας γιατί παλιά οι ηγέτες είχαν συνειδητοποιήσει τον γεωπολιτικό της ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο, την εγγύτητά της με τις μεγάλες και πανίσχυρες αυτοκρατορίες που την περιβάλανε, πράγμα που σήμερα δεν έχουν ακόμη καταλάβει οι άρχοντες του 20ού και του 21ου αιώνα.
Ήταν τεράστιοι οι αρχαίοι και οι μεσαιωνικοί ηγέτες της Ανατολικής μας παρειάς. Κρατούσαν στα στιβαρά τους χέρια την οικονομία του χαλκού, την πεδιάδα της Μεσαορίας και την ανθεκτικότητα και την επιμονή των κατοίκων της. Η Αμμόχωστος των Λουζινιάν, των Γενουατών και τον Ενετών από τον 12ο μέχρι τον 16ο αιώνα είναι η ισχυροτέρα των πόλεων, είναι το κέντρο του διαμετακομιστικού εμπορίου, ένας τόπος που «κανείς δεν τολμά να μιλήσει για τα πλούτη της», έγραφαν τότε.
Τράπεζες, συμβολαιογράφοι, τουριστικοί πράκτορες, όλοι να δουλεύουν για το κοινό καλό που δεν είναι άλλο παρά η Πόλη. Ο έμπορας Πεγκολόττι, όταν αναφέρεται στην Κύπρο, επεξηγεί ότι εννοεί την Αμμόχωστο! Καταράστηκε η Αγία Μπριγκίτα της Σουηδίας την καλοπέραση και την ευδαιμονία μας και σημειώνει ο Μαχαιράς: Καὶ ἂν θέλῃς νὰ σοῦ πῶ πῶς ἡ Ἀμόχουστο ἐπάρτην, ἦτον παρα χώρησις θεοῦ διὰ τὰς ἁμαρτίας μας.
Ο Γιώργος Μιχαηλίδης έψαξε και βρήκε τους «κήπους», σκάλισε τα αρχεία των Οθωμανών, πόσοι έμεναν στη μεσαιωνική πόλη και πόσοι στο νεοσύστατο Varos, που στην τουρκική γλώσσα σημαίνει προάστιο. Εμείς οι εκδιωγμένοι του Λαλά Μουσταφά κτίσαμε το Βαρώσι με τον ιδρώτα μας, εκεί πήγαν οι πρόγονοί μας, μαζί τους έσμιξαν οικογένειες από το Ιόνιο και από τις γύρω περιοχές, μαζί φυτέψαν τους πορτοκαλεώνες, μαζί αναπτύξαν το εμπόριο… Στην παλιά πόλη έμειναν οι Οθωμανοί, εμείς στο Βαρώσι.
Όταν ήρθαν οι Άγγλοι ένας Σύρος Αμμοχωστιανός, ο Θεόφιλος Μογάπγαπ, έκτισε με το μυαλό και τα χέρια του τον πρώτο πολιτιστικό τουρισμό. Είχε την Έγκωμη, τη Σαλαμίνα, τη μεσαιωνική Αμμόχωστο, είχε γοτθικές εκκλησιές, παζάρια και ιστορίες, αυτά θέλουν οι τουρίστες και τότε και τώρα. Αυτή την ιστορία του τουρισμού μάζεψε ο συγγραφέας για να την καταθέσει σήμερα για το διηνεκές, για τα παιδιά και τα εγγόνια μας, αλλά κυρίως για το ίδιο το μισό κράτος για να μην έχει καμία δικαιολογία για τη διαχρονική ανεπίτρεπτη του στάση! Αυτός είναι ο άθλος του πονήματος που έφερε σε πέρας ο Γιώργος Μιχαηλίδης.

Μιλώντας για το παλιό Βαρώσι πάντα έρχονται στο μυαλό μου οι πρωτοπόροι άνθρωποι της πόλης, οι δήμαρχοι που την περιποιήθηκαν, ο Αδάμ Αδάμαντος και ο Ανδρέας Πούγιουρος, άνθρωποι μορφωμένοι, οραματιστές, με μέτρο και πάθος που δούλεψαν όχι μόνο για τον τουρισμό αλλά και για την ευημερία του τόπου με την πλατιά της έννοια. Για τους ανθρώπους και τη φύση, γιατί αυτά τα δυο πάνε μαζί σε χώρες που αναγνωρίζουν ότι η ποιότητα έχει μεγαλύτερη σημασία από την ποσότητα.
Ας είναι το βιβλίο Προορισμός Φαμαγκούστα παρηγοριά και χαρμολύπη για όλους μας, ας είναι μια στιγμή ανάτασης και ελπίδας για ένα μέλλον για την πόλη μας.
- Σημείωση: οι φωτογραφίες προέρχονται από το βιβλίο «Προορισμός Φαμαγκούστα».
Ελεύθερα, 12.07.2026