Στην υπόθεση Ρίκκου Ερωτοκρίτου, που ολοκληρώθηκε με καταδίκη από το Κακουργιοδικείο το 2017, ο τότε Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης διόρισε ιδιώτη ποινικό ανακριτή (Παναγιώτης Καλλής) και ιδιώτες δημόσιους κατήγορους (Ηλίας Στεφάνου και Σάββας Αγγελίδης). Ταυτόχρονα. Ώστε να συνεργάζονται και να καθοδηγούν τις έρευνες.

Ο ρόλος του δημόσιου κατήγορου ήταν ουσιώδης. Αυτός καθοδηγούσε τις έρευνες ώστε να έχει τα αποτελέσματα και τα στοιχεία που έκρινε ότι χρειαζόταν για να παρουσιάσει την υπόθεση στο δικαστήριο. Δεν γίνεται ο δημόσιος κατήγορος να πάρει το τελικό αποτέλεσμα των ερευνών και αν κρίνει ότι δεν επαρκούν τα στοιχεία να ζητά επιπρόσθετα ή και νέες έρευνες για να μπορέσει να παρουσιάσει την υπόθεση.

Αυτός θα παρουσιάσει την υπόθεση στο δικαστήριο και όχι οι ποινικοί ανακριτές. Αυτός, επίσης, θα αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία και θα αποφασίσει αν είναι επαρκή για να ασκηθούν διώξεις. Και αυτός θα ετοιμάσει τα κατηγορητήρια. Γι΄ αυτό πρέπει να  συμμετέχει εξ αρχής στη διερεύνηση και να είναι σε συνεχή επαφή με τους ανακριτές.

Γι΄ αυτό μας φαίνεται παράδοξη η απόφαση του νυν Γενικού Εισαγγελέα, Γιώργου Σαββίδη, ο οποίος ρωτήθηκε σχετικά στην Επιτροπή Νομικών της Βουλής για το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς και είπε ότι ο διορισμός ιδιώτη δημόσιου κατήγορου θα εξεταστεί στο τέλος της έρευνας που ανέλαβαν οι πέντε ποινικοί ανακριτές.

Ο Κώστας Κληρίδης έκανε τους διορισμούς διότι εμπλεκόταν και ο ίδιος στην υπόθεση εναντίον του τότε Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και ήθελε να δώσει το μήνυμα της αμεροληψίας. Ούτε στις έρευνες ανακατεύτηκε, ούτε στα καθήκοντα του δημόσιου κατήγορου. Τώρα, από τη στιγμή που ο νυν Γενικός Εισαγγελέας, όπως και ο Βοηθός, αντιλήφθηκαν τη δυσπιστία που υπάρχει και αυτοεξαιρέθηκαν, έπρεπε να διορίσουν αμέσως και ιδιώτη δημόσιο κατήγορο ώστε να μην υπάρχει καμιά υποψία εμπλοκής τους στη διάρκεια των ερευνών, αλλά και στις όποιες αποφάσεις χρειαστούν για ενδεχόμενες διώξεις.

Διότι στη διάρκεια των ερευνών οι ποινικοί ανακριτές χρειάζεται να συνεννοούνται (ή και να λογοδοτούν) με κάποιον. Ποιος θα είναι αυτός; Ο Γενικός Εισαγγελέας που αυτοεξαιρέθηκε; Ή το Εισαγγελικό Συμβούλιο, που δεν άνοιξε καν τον φάκελο των 3.000 σελίδων με το πόρισμα και τον έστειλε απευθείας στο Υπουργικό Συμβούλιο μεταβιβάζοντας τις ευθύνες και τις αποφάσεις;

Και στο τέλος της έρευνας ποιος θα πάρει τις αποφάσεις αν προκύπτουν στοιχεία για διώξεις ή αν προκύπτει ανάγκη για διορισμό ιδιώτη δημόσιου κατήγορου; Ο Γενικός Εισαγγελέας προφανώς. Δεν υπάρχει άλλη Αρχή για να χειριστεί κάτι τέτοιο. Αυτό όμως αναιρεί τους σκοπούς της σημερινής αυτοεξαίρεσης. Δεν θέλω να πιστέψω ότι ελπίζουν πως όταν τελειώσει η έρευνα σε κάποια τέρμινα θα έχει ξεθυμάνει η οργή του κόσμου και θα μπορούν να πάρουν αποφάσεις χωρίς να ανησυχούν.

Υ.Γ. Μια και αναφερθήκαμε στην υπόθεση Ερωτοκρίτου, να υπενθυμίσω δυο σχόλια του Κακουργιοδικείου που περιλαμβάνονται στην απόφασή του (8/2/2017): «Δεν είναι μόνο η ατιμωρησία που υποθάλπει και ενθαρρύνει τα φαινόμενα του δεκασμού και της διαφθοράς. Είναι και η επιεικής αντιμετώπιση τέτοιων αξιόποινων συμπεριφορών…».

Κι αυτό:

«Το ότι δεν εντοπίζονται στη νομολογία μας πλήθος περιπτώσεων για τέτοιας φύσεως αδικήματα δεν αποδεικνύει ότι η διαφθορά και ο δεκασμός δεν υφίστανται ως φαινόμενο στη δική μας κοινωνία. Αντίθετα υπάρχουν ενδείξεις ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο με ισχυρή παρουσία στη χώρα μας».

Το 2026, οι ενδείξεις είναι πλέον τραγικά και κραυγαλέα γεγονότα. Αλλά, ακόμα να αντιληφθούμε όλοι ότι η αυστηρότητα των θεσμών και των κρατικών αξιωματούχων πρέπει να εξαντληθεί για να τερματιστεί η ατιμωρησία και η επιεικής αντιμετώπιση φαινομένων διαφθοράς. Η ελάχιστη επιείκεια υποθάλπει και ενθαρρύνει τα φαινόμενα του δεκασμού και της διαφθοράς.