Υπάρχουν δίκες στις οποίες η ετυμηγορία αφορά μόνο τους κατηγορούμενους και υπάρχουν δίκες στις οποίες, όσο κι αν το εδώλιο έχει συγκεκριμένους αποδέκτες, η κοινωνία δεν μπορεί να αισθάνεται απλός θεατής. Η δίκη για την αυτοχειρία του 14χρονου Στυλιανού ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Καθημερινά, στην αίθουσα του δικαστηρίου, ακούγονται μαρτυρίες για ένα παιδί που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς, εξέπεμπε σήματα κινδύνου από πολύ μικρή ηλικία. Αναφορές εκπαιδευτικών, κοινωνικών λειτουργών και άλλων επαγγελματιών περιγράφουν ένα κακοποιητικό περιβάλλον που προκαλεί συγκλονισμό. Ισχυρισμοί για παραμέληση, έκθεση σε ακραίες εικόνες βίας, άθλιες συνθήκες διαβίωσης και μια σειρά από περιστατικά που, αν αποδειχθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, συνθέτουν την εικόνα μιας παιδικής ηλικίας που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να βιώσει.
Κάθε νέα κατάθεση γεννά και ένα νέο ερώτημα. Πόσα καμπανάκια χρειάζονται για να κινητοποιηθεί πραγματικά ένας μηχανισμός προστασίας; Πόσες αναφορές από εκπαιδευτικούς, πόσες ανησυχίες ειδικών, πόσες ενδείξεις πρέπει να συγκεντρωθούν μέχρι κάποιος να πει «ως εδώ»; Αν υπήρχαν άνθρωποι που ανησυχούσαν, αν υπήρχαν αναφορές, αν υπήρχαν ενδείξεις ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, τότε γιατί δεν αρκούσαν; Πότε ακριβώς αποφασίζει ένα κράτος ότι ένας ανήλικος χρειάζεται προστασία; Και πόσο δυνατή πρέπει να είναι η κραυγή ενός παιδιού για να ακουστεί;
Συχνά, μετά από κάθε τραγωδία, αναζητούμε έναν ένοχο. Κι αυτό είναι ανθρώπινο. Είναι και αναγκαίο όταν πρόκειται για ποινικές ευθύνες. Όμως οι τραγωδίες που αφορούν παιδιά σπάνια γεννιούνται από τη μια στιγμή στην άλλη. Είναι το αποτέλεσμα μικρών αποτυχιών που συσσωρεύονται. Μιας υπηρεσίας που δεν επικοινωνεί με μια άλλη, μιας αναφοράς που δεν αξιολογείται έγκαιρα, μιας παρέμβασης που καθυστερεί, ενός κινδύνου που υποτιμάται.
Η προστασία των παιδιών όμως δεν μπορεί να εξαρτάται από το πόσο επίμονος είναι ένας δάσκαλος, πόσο έμπειρη είναι μια κοινωνική λειτουργός ή πόσο τυχερό είναι ένα παιδί να βρεθεί στον δρόμο του κατάλληλου ανθρώπου. Χρειάζεται ένα σύστημα που να λειτουργεί με συνέπεια, να συνεργάζεται, να παρεμβαίνει έγκαιρα και να μην αφήνει τις ευθύνες να χάνονται ανάμεσα σε υπηρεσίες, φακέλους και αρμοδιότητες.
Η υπόθεση του Στυλιανού δεν αφορά μόνο το χθες. Είναι μια σκληρή υπενθύμιση για το αύριο. Γιατί αν, όταν ολοκληρωθεί αυτή η δίκη, περιοριστούμε στην απόδοση ποινικών ευθυνών χωρίς να αλλάξουμε όσα επέτρεψαν σε ένα παιδί να μείνει απροστάτευτο, τότε το μεγαλύτερο μάθημα θα έχει χαθεί. Κι αυτό θα είναι μια δεύτερη αποτυχία. Αυτή τη φορά, όλων μας.