Τα τελευταία χρόνια, μια όμορφη συγκυρία μού επέτρεψε να συνδεθώ με την ιταλική εταιρεία σύγχρονου χορού Menhir του φίλου, πλέον, χορογράφου Τζούλιο Ντε Λέο, με έδρα τη μικρή πόλη Ρούβο ντι Πούλια, κοντά στο Μπάρι την πρωτεύουσα της περιφέρειας της Απουλίας.
Ο Τζούλιο δημιούργησε την παράσταση «Αναζητώντας την Ευρώπη» στην οποία χορεύει η εξαιρετική χορεύτρια Έρικα Γκουασταμάκια. Ο υποφαινόμενος συνέθεσε τη μουσική την οποία και εκτελεί επί σκηνής.
Το σκεπτικό της παράστασης είναι έντονα κυπριακό καθώς η Έρικα, σαν άλλη απαχθείσα Ευρώπη, αναζητά τον προσανατολισμό της μέσα στους δρόμους του Βαρωσίου. Το Βαρώσι εμφανίζεται ως σκηνικό μέσω του βίντεο που δημιουργήθηκε από πλάνα που πήραμε μαζί μέσα από την πόλη-φάντασμα. Η παράσταση έχει ήδη παρουσιαστεί σε Κύπρο και Ιταλία και συνεχίζει το ταξίδι της.
Με το Ρούβο ντι Πούλια, έχω συνδεθεί με έναν τρόπο δυσανάλογα έντονο σε σύγκριση με το φαινομενικά άσημο της νοτιοϊταλικής αυτής πόλης. Ανακάλυψα τις χορδές που μου χτύπησε η παρουσία μου εκεί σταδιακά.
Το Ρούβο (το αρχαίο «Ρυψ») βρίσκεται στην καρδιά της Magna Grecia, της «Μεγάλης Ελλάδας», της περιοχής που αποτέλεσε το επίκεντρο του αρχαίου ελληνικού αποικισμού.
Στο Ρούβο, ο χορός φαίνεται να κυλά σε υπόγεια ρεύματα και να ποτίζει το συλλογικό ασυνείδητο. Το 1833, σε έναν ημιθολωτό τάφο, τον «Τάφο των Χορευτριών», βρέθηκε μία τοιχογραφία του 4ου αιώνα π.Χ. που απεικονίζει έναν κυκλικό χορό ο οποίος εκτελείται από μία πομπή γυναικών, των «Danzatrici».
Οι χορεύτριες με τα εντυπωσιακά φορέματα, προχωρούν προς τα δεξιά, κρατώντας η μία το χέρι της άλλης. Σύμφωνα με αρχαιολογικές μελέτες, πρόκειται για τον αρχαίο ελληνικό χορό «Γέρανος», ο οποίος κατά τη μυθολογία «χορογραφήθηκε» από τον Θησέα με… concept τα βήματά του καθώς προσπαθούσε να βγει από τον Λαβύρινθο.
Γράφει σχετικά ο Πλούταρχος [1]: «Κατά την επιστροφή του από την Κρήτη, ο Θησέας σταμάτησε στη Δήλο. Αφού πρόσφερε θυσία στον θεό και αφιέρωσε ως ανάθημα το άγαλμα της Αφροδίτης που είχε λάβει από την Αριάδνη, χόρεψε μαζί με τους νέους έναν χορό που […] αναπαριστούσε τις διαδρομές και τις στροφές του Λαβυρίνθου· έναν χορό που αποτελούνταν από ρυθμικές εναλλαγές και κυκλικές κινήσεις. Οι αρχαίοι ονόμαζαν αυτόν τον χορό “Γέρανο” […]. Ο Θησέας τον εκτέλεσε γύρω από τον βωμό που ονομαζόταν “Κερατών”, πλεγμένο από κέρατα στραμμένα όλα προς τα αριστερά…».
Αν οι ανακαλύψεις μου τέλειωναν εδώ, η περιγραφή τους θα αποτελούσε απλώς μια ιστορική αναδρομή. Έλα που ο αρχαίος χορός «Γέρανος», όχι απλά επιβιώνει αλλά αποτελεί ζώσα χορευτική παράδοση του ελληνικού ρεπερτορίου.
Στην Πάρο χορεύεται ο «Αγέρανος» με τους χορευτές να γέρνουν το κεφάλι με τρόπο που θυμίζει έντονα τις Danzatrici! Ακόμα πιο εντυπωσιακή ομοιότητα αν όχι ταύτιση παρουσιάζει ο χορός «Τράτα» των Μεγάρων που εκτελείται μόνο από γυναίκες ανήμερα της Μ. Τρίτης και φαίνεται να απηχεί τελετουργικά προς τιμήν της Περσεφόνης.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά σκέφτομαι ότι οι σύγχρονοι δυτικοί άνθρωποι είμαστε δηλητηριασμένοι από έναν ακραίο παροντισμό. Το τεχνολογικό ντελίριο και ο καταναλωτισμός μάς έχουν εθίσει στην ψευδαίσθηση ότι όλα προέκυψαν λίγο- πολύ πρόσφατα, μέσα από καταιγιστικές ασυνέχειες, από ηρωικές και πρωτοπόρες πράξεις και στάσεις που σταμάτησαν τον ιστορικό ρου και μετακίνησαν την κοίτη του.
Ο ακραίος ατομισμός, η τοξικομανία της ταχύτητας, η αποθέωση της επιτυχίας κάνουν ακόμα και τη δογματική εμμονή του Διαφωτισμού στην πρόοδο να φαίνεται υγιής, βιώσιμη.
Ο φίλος μου Τζούλιο, λοιπόν, από την πόλη της «Γεράνου» των Danzatrici, αποφάσισε να γυρίσει την πλάτη στις σειρήνες της λαμπερής καταξίωσης. Έχοντας υπάρξει σπουδαστής στην περίφημη σχολή της Πίνα Μπάους, όντας ήδη ανερχόμενο όνομα, εγκατέλειψε συνειδητά το ασύμφορο εργασιακό και ψυχολογικό κόστος των μεγάλων παραγωγών.
Πιάνοντας το χέρι της «γερανουλκού» των Danzatrici, της αρχαίας πρωτοχορεύτριας, δημιούργησε το φεστιβάλ σύγχρονου χορού «Le Danzatrici en plein air», σε «κοινή θέα».
Επέστρεψα από το τελευταίο μου ταξίδι στο Ρούβο με τη σκέψη ότι η ζωή και η Ιστορία δεν επαναλαμβάνονται. Έχουν απλώς κάποια σταθερά χαρακτηριστικά που αν αγαπούσαμε την απλότητα θα μπορούσαμε να τα αντιληφθούμε, να τα αγκαλιάσουμε και να χορέψουμε μαζί τους, χωρίς φόβο μπροστά στο αναπόφευκτο τέλος της χορογραφίας της ζωής.
[1] Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς 21.1–2
Ελεύθερα, 12.07.2026