Η σημερινή συζήτηση και η αναστάτωση γύρω από τη μετάβαση στην τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας στην Κύπρο δεν αποτελεί ένα ξαφνικό πρόβλημα, αλλά το χρονικό μιας προαναγγελθείσας τεχνολογικής και επιχειρηματικής αποτυχίας.
Πρόκειται για το συσσωρευμένο αποτέλεσμα λανθασμένων επιλογών, πολιτικών παραλείψεων και επενδυτικής απραξίας που κρατούν εδώ και περίπου 15 χρόνια, φτάνοντας τη χώρα στο παρά πέντε να μείνει χωρίς ελεύθερη επίγεια τηλεόραση.
Για να κατανοήσουμε τη σημερινή κατάσταση, πρέπει να επιστρέψουμε στο 2010, επί διακυβέρνησης ΑΚΕΛ, όταν επιλέχθηκε το μοντέλο λειτουργίας της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης. Ο τότε διαγωνισμός για την παραχώρηση της άδειας (Velister) εξελίχθηκε σε ένα θρίλερ με έντονο παρασκήνιο, το οποίο είχε απασχολήσει εκτενώς τα πρωτοσέλιδα της εποχής.
Κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού, η διαδικασία ανεστάλη προσωρινά λόγω αλληλοκαταγγελιών μεταξύ των διαγωνιζομένων, ενώ το κλίμα πυροδοτούσαν δημόσιες αναφορές για ενστάσεις και δικαστικές προσφυγές. Μέσα σε αυτό το συγκρουσιακό σκηνικό, το τίμημα εκτοξεύθηκε σε παράλογα επίπεδα. Αποτέλεσμα η τελική προσφορά άγγιξε τα €10 εκατ., ένα ποσό υπερδεκαπλάσιο από την αρχική τιμή εκκίνησης, η οποία είχε οριστεί μόλις στις €850.000.
Αυτό το εξωπραγματικό οικονομικό βάρος μετακυλήθηκε στην ίδια την αγορά, δημιουργώντας ένα εξ αρχής στρεβλό μοντέλο. Στην πλατφόρμα αυτή, οι μεγάλοι τηλεοπτικοί σταθμοί βρέθηκαν σε έναν διπλό και προβληματικό ρόλο. Ήταν ταυτόχρονα ιδιοκτήτες της κοινοπραξίας αλλά και οι βασικοί πελάτες της. Παράλληλα, μικρότεροι τηλεοπτικοί σταθμοί κατήγγειλαν κατά καιρούς άνιση μεταχείριση και αποκλεισμούς.
Το σύστημα εμφάνισε δομικές αδυναμίες από πολύ νωρίς. Το λειτουργικό κόστος για τα κανάλια ήταν δυσβάσταχτο, ενώ τα παράπονα των τηλεθεατών για κακή ποιότητα και ελλιπή κάλυψη του σήματος ήταν καθημερινά.
Το σοβαρότερο πλήγμα, ωστόσο, ήταν η απόλυτη τεχνολογική στασιμότητα. Για 15 ολόκληρα χρόνια δεν έγινε καμία ουσιαστική αναβάθμιση. Η Κύπρος παρέμεινε εγκλωβισμένη σε ένα απαρχαιωμένο σύστημα, την ώρα που οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες προχωρούσαν σε πιο σύγχρονες λύσεις.
Με τη λήξη της προηγούμενης άδειας και τα ανυπέρβλητα προβλήματα βιωσιμότητας της Velister, το κράτος βρέθηκε αντιμέτωπο με έναν εφιαλτικό κίνδυνο. Το οριστικό «μαύρο» στις οθόνες και τον τερματισμό της δωρεάν επίγειας τηλεοπτικής μετάδοσης.
Προκειμένου να αποφευχθεί το αδιέξοδο και να διασφαλιστεί η συνέχιση της ελεύθερης τηλεόρασης για τα επόμενα χρόνια, το κράτος κινήθηκε με διαδικασίες κατεπείγοντος, προχωρώντας σε δημόσια διαβούλευση και νέο διαγωνισμό για τη διασφάλιση της ελεύθερης τηλεόρασης για τα επόμενα 15 χρόνια.
Το αποτέλεσμα της νέας διαδικασίας φέρνει στο προσκήνιο ένα νέο πάροχο δικτύου (Hellas Sat). Η νέα πλατφόρμα υπόσχεται σημαντικά αναβαθμισμένη ποιότητα εικόνας, ευρύτερη γεωγραφική κάλυψη και, το κυριότερο, αισθητά χαμηλότερο κόστος για τους τηλεοπτικούς σταθμούς σε σύγκριση με το καθεστώς που ίσχυε την τελευταία δεκαπενταετία.
Η τρέχουσα αναγκαιότητα των πολιτών να αγοράσουν νέους αποκωδικοποιητές ή να αντικαταστήσουν τις πολύ παλιές τηλεοράσεις τους δεν προέκυψε ξαφνικά. Είναι το οικονομικό κόστος μιας αλλαγής που έπρεπε να είχε γίνει σταδιακά εδώ και χρόνια, και το οποίο καλούνται τώρα να πληρώσουν μαζικά οι καταναλωτές λόγω της μακρόχρονης ολιγωρίας.
Παράλληλη επαναλειτουργία της προηγούμενης πλατφόρμας
Ωστόσο, για να αμβλυνθούν οι αντιδράσεις και να διευκολυνθεί το κοινό, οι εξελίξεις τρέχουν σε τεχνικό επίπεδο. Σύμφωνα με επίσημη πληροφόρηση, η νέα πλατφόρμα (Hellas Sat) προχώρησε σε δική της επένδυση, ώστε να επαναλειτουργήσει το παλιό δίκτυο της Velister για μια μεταβατική, παράλληλη περίοδο τριών μηνών.
Επομένως, οι πολίτες θα μπορούν να συντονίσουν τους δέκτες τους στα κανάλια, στα οποία λάμβαναν μέχρι τις 30 Ιουνίου, την προηγούμενη πλατφόρμα. Σημειώνεται ότι νέοι αποκωδικοποιητές και τηλεοπτικοί δέκτες είναι σε θέση να λαμβάνουν το σήμα της προηγούμενης πλατφόρμας.
Αυτό το τρίμηνο παράθυρο κρίνεται καθοριστικό. Αυτή τη στιγμή, τεχνικά κλιμάκια επεξεργάζονται λύσεις και προχωρούν σε παραμετροποίηση του δικτύου. Στόχος είναι ο τελικός συντονισμός των τηλεοράσεων των πολιτών στο σήμα της νέας πλατφόρμας να γίνει όσο το δυνατόν πιο εύκολος, αυτόματος και λιγότερο τεχνικά απαιτητικός για το κοινό.
Ωστόσο, η ουσία παραμένει. Μια προβληματική κρατική και επιχειρηματική επιλογή του 2010 αφέθηκε στη μοίρα της μέχρι να φτάσει στο χείλος του γκρεμού. Το κράτος αναγκάστηκε να παρέμβει για να κλείσει μια διαχρονική εκκρεμότητα, και το στοίχημα πλέον είναι αν η μετάβαση στη νέα εποχή θα ολοκληρωθεί χωρίς περαιτέρω ταλαιπωρία για τον Κύπριο τηλεθεατή.