Στάθμευσα το αυτοκίνητο στον χωματόδρομο πίσω απ’ το υπόστεγο και κατέβηκα στην παραλία. Οι λιγοστοί παραθεριστές γύρω μου, μάζευαν τσάντες και πετσέτες και ομπρέλες και πτυσσόμενα καθίσματα κι ετοιμάζονταν για τον απογευματινό καφέ στο μικρό υποστατικό στην παραλία ή για αναχώρηση στο σπίτι.

Ο ιδιοκτήτης ήταν σκυμμένος πάνω από τις ανθοδόχες στην περίμετρο της κατασκευής και μονολογούσε χαμηλόφωνα απευθυνόμενος στα λουλούδια του, που είχαν όντως μια υπέροχη μυρωδιά. Μου είπε ότι είναι νυχτολούλουδα και ότι  μυρίζουν μόνο αργά τα απογεύματα και τις νύχτες. Ότι δεν ταιριάζουν και τόσο στο παραθαλάσσιο περιβάλλον γιατί δεν αντέχουν την αλμύρα, αλλά τα φροντίζει συνεχώς, τα ποτίζει και τα λιπαίνει τακτικά για να είναι πιο ανθεκτικά. Σκέφτηκα ότι τα ντελικάτα λουλούδια προσαρμόζονται στο δύσκολο περιβάλλον τους, όπως η ευαισθησία του φροντιστή τους συνυπάρχει με τα σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου του.

Περπάτησα με γυμνά πόδια στη θάλασσα εκεί που σπάζει το κύμα. Άφησα πίσω μου τις αγωνίες που έλιωσαν σαν παγωτό στη φωτιά του προχωρημένου απογεύματος. Ακόμα κι αυτή την ώρα, η ζέστη δίσταζε και δεν αποφάσιζε να φύγει. Ένιωσα ξαλαφρωμένος κι ευκίνητος λες κι ένα γιγαντιαίο χέρι ξεφόρτωσε από πάνω μου ένα τόνο μπετόν αρμέ.

Όλα ήταν παράξενα ήσυχα, κανένας δεν φαινόταν να βιάζεται και όλα τα πλάσματα στην περιοχή μου φαίνονταν βραδυκίνητα και ήρεμα – οι άνθρωποι, τα μικρά και μεγαλύτερα ψάρια μέσα στο νερό λίγα μέτρα πιο πέρα, τα καβούρια, τα μυρμήγκια, ακόμα και οι μέλισσες που ετοιμάζονταν να πάνε για ύπνο στην αγκαλιά των λουλουδιών.

Αφέθηκα για λίγο σε αυτό που όλοι χάνουμε μέσα στο χρόνο – στη ξέγνοιαστη αιωνιότητα της στιγμής, στη χρονοτριβή, στην έστω σύντομη απόλαυση της βραδύτητας. Γονάτισα κι άρχισα να σκάβω με τα χέρια ένα βαθύ λάκκο στην άμμο, προσπαθώντας να τον κάνω γερό για ν’ αντέξει την υπονόμευση του νερού. Μου πήρε ώρα, λούστηκα στον ιδρώτα.

Περπάτησα ύστερα προς τον χώρο στάθμευσης, κοιτάζοντας με έγνοια το εφήμερο έργο μου. Ήξερα πως αργά ή γρήγορα θα σκεπαζόταν και θα εξαφανιζόταν από την πλημμυρίδα. Πρόλαβα όμως να ζήσω τη μικρή αθανασία του.

Είχε στο μεταξύ νυχτώσει και ο αέρας ήταν γεμάτος με τη μυρωδιά των νυχτολούλουδων – την ένιωθα στο αυτοκίνητο σε όλη τη διαδρομή μέχρι την πόλη και τελικά ήρθε μαζί μου στο σπίτι. Την κράτησα για τον εαυτό μου σαν όμορφο μυστικό, από αυτά που έρχονται όταν σουρουπώσει και φεύγουν όταν ξημερώσει, αφήνοντας πίσω τους το αλησμόνητο άρωμα της νύχτας. Αυτό που αφήνουν πίσω τους και τα νυχτολούλουδα.