Η συζήτηση μου προχθές με τον Χριστόφορο, ένα από τους φίλους στο γυμναστήριο, αφορούσε αρχικά τις εμπειρίες μας στο στρατό, προχώρησε στα χρόνια που μεγαλώναμε, στα χρόνια που μεγάλωναν οι γονείς μας…Του είπα ότι πέρασα την εφηβεία μου μετροφυλλώντας αμέτρητες φορές το άλμπουμ με τις μαυρόασπρες φωτογραφίες του πατέρα μου από την εθελοντική θητεία του στο Βρετανικό πολεμικό ναυτικό στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου που διήρκεσε από τον Δεκέμβρη 1943 μέχρι τον Απρίλη 1946. Του άλμπουμ που αφήσαμε πίσω φεύγοντας και χάθηκε για πάντα όταν οι Αττίλες κατέλαβαν την Κάτω Δερύνεια και το σπίτι μας τον Αύγουστο του ’74.
Είπα στον Χριστόφορο ότι ο 20χρονος τότε πατέρας μου υπηρετούσε στον βρετανικό στόλο στη Μέση Ανατολή – στη Χάιφα, την Αλεξάνδρεια, την Ισμαηλία και το Σουέζ. Και ότι φαινόταν ευτυχισμένος, έτσι όπως τον έβλεπα σ’ εκείνες τις αγαπημένες φωτογραφίες της παιδικότητας μου, να ποζάρει αγκαλιασμένος με άλλους ναύτες, Εγγλέζους, Μαλτέζους, Εβραίους και Άραβες. Και ήταν ευτυχισμένος, όπως με διαβεβαίωσε πολλές φορές.
Μου περίγραφε αυτή την περίοδο ως την πιο συναρπαστική της ζωής του, γιατί παρά τους περιορισμούς της στρατιωτικής ζωής, την αναγκαστική υπακοή σε κανονισμούς και στους ιεραρχικά ανώτερους, ήταν γι’ αυτόν μια μεγάλη απόδραση, έστω προσωρινή, από τον μικρόκοσμο της υπανάπτυκτης τότε Κύπρου. Ταξίδεψε σε ένα άλλο τόπο γειτονικό γεωγραφικά, αλλά διαφορετικό, κοσμοπολίτικο με τον τρόπο του και ήρθε σε άμεση καθημερινή επαφή με ανθρώπους από άλλες χώρες, κουλτούρες και νοοτροπίες, κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Το σημαντικό ήταν ότι αυτός ο αυτοδίδακτος χειρώνακτας από τον Άη Γιώρκη του Σπαθαρικού που κοιμόταν για χρόνια σε νοικιασμένα δωμάτια φορτωμένα ψείρες και κοριούς στην παλιά, την εντός των τειχών Αμμόχωστο, τα έβγαλε πέρα μια χαρά σε αυτή τη διεθνή δοκιμασία κι έκανε φίλους απ’ όλο τον κόσμο.
Στο Πορτουφίκ του Σουέζ υπηρέτησε για 13 μήνες σε μονάδα υποβρυχίων επιχειρήσεων. «Υπήρχαν – μου έλεγε – πλοία βυθισμένα στη Διώρυγα και φαίνονταν μόνο τα κατάρτια τους…η δουλειά μας ήταν να πηγαίνουμε με τους δύτες να ανασύρουμε διάφορα αντικείμενα από αυτά. Εμείς οι Κύπριοι δεν βουτούσαμε, δουλειά μας ήταν να βοηθούμε τους δύτες να βάζουν την ειδική στολή τους και να τους παρέχουμε οξυγόνο από ειδικά μηχανήματα, ενώ ήταν βαθιά κάτω στον βυθό».
Στο τέλος του πολέμου οι Εγγλέζοι του πρότειναν να μείνει μόνιμος στο Ναυτικό, αλλά προτίμησε να αποστρατευτεί και να ξεμπαρκάρει. Μερικές φορές καθώς μου περίγραφε αυτές τις περιπέτειες, είχα την εντύπωση ότι έβλεπα στα υγρά του μάτια τα κατάρτια των μισοβυθισμένων πλοίων του Σουέζ της νιότης του.