Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Οι καταγγελίες των συνδικαλιστών ηγετών για την εργασιακή εκμετάλλευση υπηκόων τρίτων χωρών στον τομέα της φιλοξενίας, μου έφεραν στο μυαλό ανθρώπους που γνώρισα σ’ αυτή τη μακρόχρονη περιπέτεια του «περί μεταναστών» ρεπορτάζ.

Όπως είναι εκείνος ο Ασιάτης στην παλιά Λευκωσία που δεν είχε τίποτε δικό του στον κόσμο, ούτε καν το όνομα του και τον φώναζαν «Νίκο» στο ξενοδοχείο και στο αρτοποιείο όπου δούλευε «χαμάλης», όπως μου είπε, για ένα κομμάτι ψωμί. Και δούλευε παράνομα, αφού μέχρι πριν λίγα χρόνια το υπουργείο Εργασίας έδινε στους αιτητές ασύλου το δικαίωμα να εργάζονται μόνο στη γεωργοκτηνοτροφία και όχι στη ξενοδοχειακή βιομηχανία ή στον επισιτιστικό τομέα.

Είχε μπει στο δωμάτιο της παλιάς πολυκατοικίας στην οδό Τρικούπη όπου έπαιρνα συνεντεύξεις από τους ενοίκους, που ήταν όλοι φοιτητές και κάθισε δίπλα μου. Ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου για πολλά χρόνια και στα τριάντα του έδειχνε πολύ μεγαλύτερος – τα δόντια του είχαν πέσει, τα μάγουλά του βυθίστηκαν, τα φτηνά του ρούχα έπλεαν πάνω στο λιπόσαρκο σώμα του. Μόνο τα μάτια του, μαύρα και φλογερά, δήλωναν το πάθος του για τη ζωή και τη φοβερή εσωτερική ενεργητικότητά του.

Οι νεαροί συμπατριώτες του, του παραχώρησαν την ευθύνη αυτής της ιδιόμορφης αντιπροσώπευσης τους, επειδή τον θεωρούσαν πιο ώριμο κι επειδή ζούσε στην Κύπρο  περισσότερο καιρό.

Μου μιλούσε με εμπιστοσύνη σε απολαυστικά μισά ελληνικά και μισά αγγλικά, μου περίγραφε καταστάσεις και πρόσωπα στην πατρίδα του, που δεν γνώριζα. Για την οικογένειά του που αντιπολιτευόταν τη δικτατορική κυβέρνηση, για την καταδίκη του σε δέκα χρόνια φυλακή λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, για την περιπετειώδη του δραπέτευση και κατάληξη στην Κύπρο, για τον φόβο του να επιστρέψει στην πατρίδα του. Βγήκαμε έξω και περπατήσαμε προς την Ονασαγόρου, ενώ συνέχιζε να μιλά καθώς προσπερνούσαμε τα παραπήγματα άλλων αλλοδαπών στα στενά δρομάκια. Θεωρούσε… τυχερό τον εαυτό του γιατί είχε… δυο δουλειές και μια στέγη πάνω απ’ το κεφάλι του.

Έμενε σε μια αποθήκη που την ενοικίαζε μαζί με άλλους, μια από  τις παλιές αποθήκες της πόλης, που κτίστηκαν πριν εκατό χρόνια με εκείνες τις βαριές, σιδερένιες πόρτες και τα σκουριασμένα μεταλλικά χειροκίνητα ρολά που τις κάνουν να μοιάζουν με φυλακές. Χαρτόνια κι ευτελή αντικείμενα, τα έπιπλά του. Μια παλιά τηλεόραση, η πιο μεγάλη του πολυτέλεια.

Μου έδειξε το διαβατήριο του, την προσωρινή άδεια παραμονής του. Μου είπε να μην γράψω το όνομα του, να μην τον φωτογραφίσω. Ήθελε προφανώς να υπάρχει μόνο στα χαρτιά – άλλος ένας αόρατος και ανύπαρκτος άνθρωπος στη σκληρή και απατηλή πόλη.