Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ ιδεολογική και πνευματική του διαδρομή διήλθε από στάδια κομβικών έως και ριζοσπαστικών μετατοπίσεων
Στις 10 Αυγούστου εγκατέλειψε τα γήινα του μάταιου τούτου κόσμου, νοσηλευόμενος σε νοσοκομείο της Αθήνας, ένας από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους Έλληνες στοχαστές της σύγχρονης Ελληνικής διανόησης αλλά και του ευρύτερου παγκόσμιου γίγνεσθαι. Επιβάλλεται, εν πρώτοις, το ακροθιγές, έστω, βιοεργογραφικό σημείωμα για τις ημέρες και τα έργα του αείμνηστου ανδρός. Ο Στέλιος Ράμφος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939 και άρχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, τις οποίες διέκοψε το 1965 για να σπουδάσει Φιλοσοφία στο Παρίσι, συγκεκριμένα στο Université Paris 8, γνωστότερο ως Vincennes–Saint-Denis, όπου και δίδαξε ως Καθηγητής Φιλοσοφίας από το 1969 έως το 1974. Το 1975 επέστρεψε στην Ελλάδα, με την απόφαση να αφοσιωθεί στο συγγραφικό του έργο και τη διδασκαλία σε πολιτιστικά ιδρύματα, όπως το Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν και το Ίδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη. Είχε επίσης έντονη διαχρονική παρουσία στα μέσα ενημέρωσης με ρηξικέλευθες παρεμβάσεις σε ραδιοφωνικές, τηλεοπτικές και έντυπες συνεντεύξεις τόσο επιτόπιες όσο και του εξωτερικού, αξιόλογα κείμενα σε έγκριτα περιοδικά, δημοσιεύματα εκλαϊκευμένης αρθρογραφίας και πολυπληθείς δημόσιες ομιλίες.
Η ιδεολογική και πνευματική του διαδρομή δεν έμεινε αμετάθετα στατική, καθώς διήλθε από στάδια κομβικών έως και ριζοσπαστικών μετατοπίσεων. Στα πρώτα βήματα των κοινωνικοπολιτικών του αναζητήσεων εντάχθηκε στον χώρο της Αριστεράς, συμμετέχοντας στη Νεολαία της ΕΔΑ και στο εμβληματικό περιοδικό της «Πανσπουδαστική», από την οποία όμως απομακρύνθηκε οριστικά το 1963. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γαλλία επηρεάστηκε από τη φιλοσοφική βιοθεωρία του Κορνήλιου Καστοριάδη και εντρύφησε στους Πατέρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Κατά τη δεκαετία του 1980 το όνομά του συνδέθηκε με το ρεύμα της «νεο-ορθοδοξίας» με συνοδοιπόρους, κυρίως, στοχαστές, όπως τον Χρήστο Γιανναρά (1935-2024) και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο (1915-2004), που παρά τις διαφορετικές προσλήψεις των αποτιμήσεών τους ως προς τον ρόλο του Ορθόδοξου Χριστιανισμού στο παρελθόν και το παρόν της Ελλάδας, εστιάζουν τη βαθύνοια των μελετών τους στην αέναη σύγκρουση Ανατολής και Δύσης, αντίθετους και μη συμβατούς συγκλίσεων ανθρωπογεωγραφικούς και θρησκευτικούς άξονες. Εντούτοις, από τη δεκαετία του 1990 και εντεύθεν αναθεώρησε τις θέσεις του, ακολουθώντας εκσυγχρονιστικές τάσεις και ενοχοποιώντας ορισμένες πτυχές της παραδοσιακής νοοτροπίας ως ανασταλτικούς παράγοντες της προοδευτικής πορείας στη χώρα. Αναλύοντας τα παθογενή αίτια της κακοδαιμονίας και τα συλλογικά ελλείμματα εξυγίανσης και αναπτυξιακής δράσης σε πολλαπλά πεδία του σημερινού νεοελληνικού βίου, άσκησε δριμεία κριτική στις πολιτικές ελίτ και συνακόλουθη ισχυρή επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, υποδεικνύοντας την αναγκαιότητα της υπαρξιακής αυτοσυνειδησίας και την αφύπνιση της Ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας μέσα σε έναν συνεχώς μεταβαλλόμενο και απρόβλεπτο κόσμο. Ενδεικτικοί οι πιο πρόσφατοι τίτλοι από την πλειάδα των βιβλίων του: «Ελευθερία και γλώσσα» (2010), «Υπάρχεις σαν μοίρα» (2011), «Η λογική της παράνοιας» (2011), «Το αδιανόητο τίποτα» (2010, 2012), «Time Out, Η ελληνική αίσθηση του χρόνου» (2012), «Ο “άλλος” του καθρέφτη (Ψυχογραφία της αγωνίας μας)» (2012), «Πολιτική από στόμα σε στόμα» (2016). Τα κάτωθι παραθέματα από συγγραφικά πονήματα και τις πολυσχιδείς αποκαλυπτικές συνεντεύξεις του πολυγραφότατου Στέλιου Ράμφου ανακαλούν τους αρμούς των φιλοσοφημένων ιδεών και της πολυδιάστατης προβληματικής του πάνω σε καίρια ζητήματα της Ελληνικής και διεθνούς πραγματικότητας, προοικονομώντας τις δυστοπίες του καιρού και του τόπου.
Κατ’ αρχήν, για το πολυσυζητημένο βιβλίο του με τον οξύμωρο τίτλο «Η λογική της παράνοιας» ο βαθυστόχαστος δοκιμιογράφος και μεταφραστής φιλοσοφικών έργων Κωστής Παπαγιώργης (1847-2014) αποφαίνεται με διεισδυτικό αισθητήριο: «η τεχνική αυτής της ματιάς σκοπεί σε μια κριτική που δεν εγκλωβίζεται σε παραταξιακά σχήματα και σε αυταπόδειχτα συμπεράσματα.», καθώς ευγλώττως τεκμαίρεται στα εξής αποσπάσματα: «Ασ’ τους άλλους. Εσύ ο ίδιος, πού ευθύνεσαι; Τι προσάπτεις στον εαυτό σου; Από εκεί θα βρεθούν τα υπόλοιπα. Όσο αυτό δεν γίνεται, η κρίση θα παρατείνεται, το σάπισμα θα βαθαίνει και τα φαινόμενα της ανομίας θα γίνονται πιο άγρια. Ψυχή έχουμε· δεν έχουμε κατανόηση του εαυτού μας. Άλλο να είσαι έξυπνος και άλλο να κατανοείς. Η κατανόηση είναι ένας βαθμός πάνω από την εξυπνάδα και την γνώση· είναι μία ευαισθησία βαθύτερη, η οποία έχει να κάνει με το κατά πόσο βγαίνουμε από τον εαυτό μας. Παριστάνουμε ή νομίζουμε ότι είμαστε πολύ κοινωνικοί, ενώ στο βάθος έχουμε έναν συναισθηματικό εγωκεντρισμό που μας οδηγεί σε ναυάγια και καταθλίψεις. Ενδιαφέρει αυτή την ώρα της κρίσεως να κοιταχτούμε απ’ έξω. Τι σημαίνει “απ’ έξω”; Σημαίνει αντί να παίρνουμε θέσεις, να κατανοούμε. Έτσι και στον εαυτό μας θα μένουμε και θα ισορροπούμε. Αντίθετα, εμείς καθρεφτιζόμαστε στις επιθυμίες μας, δηλαδή δεν κοιταζόμαστε πουθενά. Υπάρχει περίπτωση να βρεθούμε;». «Μια κοινωνία μπορεί να ελπίζει όταν έχει επίγνωση πως τα ελεύθερα στις επιλογές τους άτομα είναι και υπεύθυνα για τις πράξεις τους. Αλλιώς τη θέση του μέλλοντος παίρνει η μεγαλομανία, ένα είδος παιδικής αυταρέσκειας. Τυχαία, άραγε, φτάσαμε από τις κωμωδίες των αγαθών ψυχών που επέμεναν να είναι κάτι άλλο από τον εαυτό τους, στη σουρρεαλιστική διάλυση των πάντων με τον Βέγγο; Στο πρόσωπο του τελευταίου ο Ρωμιός δεν τρέχει απλώς να βολέψει καταστάσεις με τις φαντασιώσεις του. Τρέχει και δεν φτάνει, ακριβώς γιατί δίνει στο βόλεμα εσχατολογικές διαστάσεις. Πληρώνει έτσι την ασυνειδησία του χρόνου και την αδυναμία του να ανοίξει στην πίστη χώρο για τη λογική και για την προσπάθεια που αυτή ζητάει.». «Στοίχημα κάθε αντιξοότητας είναι να γίνει ευκαιρία. Το κερδίζουν όσοι προηγούνται του εαυτού τους και ξεκινούν από μέσα τους για να πιάσουν την άκρη του μέλλοντος στο κουβάρι του παρόντος. Όποιος προηγείται του εαυτού του μπορεί να τον παρατηρεί σαν τρίτος και να τον περιλαμβάνει αυτονόητα σε κάθε σχέδιο αλλαγής των πραγμάτων. Αυτός έχει στόφα ηγέτη και όπως οι κρίσεις οφείλονται σε έλλειμμα ηγετικό, όταν τούτο καλυφθεί, καλύπτονται όλα τα άλλα ελλείμματα. Η απαξίωση τού συνόλου του πολιτικού συστήματος δείχνει πως η χώρα μας περιμένει ηγέτη.».
Για την επιβολή του μονοτονικού στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1982, γενικότερα για την αξία της γλώσσας και ειδικότερα για τη σημασία της Ελληνικής καταθέτει το 2022 σε συνέντευξή του: «Το λάθος που έγινε τότε, στις γλωσσικές μεταρρυθμίσεις, είναι ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς μέσον επικοινωνίας, είναι οργάνωση του κόσμου σε πνεύμα κι εκεί θέλει πολύ μεγάλη προσοχή γιατί, εάν καταστραφεί αυτό, μπορεί να καταστραφεί πια όλο το σύστημα της εννοιολογικής παραγωγής μέσα στους ανθρώπους. Η γλώσσα εννοιοποιεί τον κόσμο, είναι κυρίως παράγοντας διαμορφώσεως εννοιών, και θεωρώ ότι η ελληνική γλώσσα είχε και έχει μία δική της μορφοπλαστική δύναμη. Είναι σημαντική για την οργάνωση του πνεύματος, την οργάνωση της αληθινής νοημοσύνης, ειδικά τώρα στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης. Εξ ου και είχαμε κατακόρυφη πτώση της εκφραστικής ικανότητος και αδυναμία κατανοήσεως – αυτά που διαβάζουμε στην PISA κάθε χρόνο, ότι είμαστε οι τελευταίοι στην Ευρώπη στην κατανόηση κειμένου και στα μαθηματικά. Δεν μπορεί να ωριμάσει πνευματικά ένας λαός, εάν η γλώσσα δεν εξελίσσεται, είναι στάσιμη ή μπαίνει σε μηχανικούς τρόπους εκφράσεως. Δεν είναι θέμα απλοποιήσεως, δεν είναι θέμα ευκολίας, διευκολύνσεως, η γλώσσα πρέπει να είναι δύσκολη.».
Παρά τις συστάσεις του, εντούτοις, για διαφύλαξη ζωντανής της Ελληνικής γλώσσας και την ανάδειξη τής συνεχώς εξελισσόμενης γλωσσικής μας οντότητας, ως αναπόσπαστο θησαυρό της παράδοσής μας, στο βιβλίο του «Το αδιανόητο τίποτα» παραδόξως υποκινεί την εκρίζωση παραδοσιακών δομών, που διασώζουν προσωπικές συνιστώσες της ζώσας συλλογικής μας υπόστασης, όπως η οικογένεια, η κοινότητα και το κοινόβιο μοναστήρι. Αν και δεν συμφωνεί με τις αυταρχικές αντιδημοκρατικές μεθόδους της Ιαπωνίας, την προβάλλει εμμέσως ως παράδειγμα, της οποίας «περί τα μέσα του 19ου αιώνος η εκεί άρχουσα τάξη αποφάσισε άτεγκτα τον ραγδαίο εκσυγχρονισμό τής κοινωνίας: Αστυνομία και στρατός ερεύνησαν όλες τις κατοικίες της χώρας, αφαίρεσαν και έκαψαν κάθε στοιχείο παραδοσιακό, για να εξαλείψουν την ενεργό μνήμη. Το επίτευγμά της αποτελεί σήμερα για τους λαούς εκείνων των περιοχών παράδειγμα προς μίμησιν, όχι όμως και η μέθοδος. Για να ζήσουν πρέπει να δημιουργούν οι ίδιοι χρόνο με τα έργα τους». Δυστυχώς εδώ αποσκορακίζει το αυτονόητο της διαλεκτικής μέθεξης εις βάρος του μέτρου και της Αριστοτελικής μεσότητας. Εκείνο που οδηγεί στα μεγάλα και αλώβητα στον χρόνο πολιτισμικά επιτεύγματα δεν είναι ένας μανιχαϊσμός απόρριψης των απαράγραπτων ιδεών του παρελθόντος και εγκαθίδρυσης νέων προτύπων εκσυγχρονιστικής διαβίωσης και καλπάζουσας υλικής εξέλιξης, ενίοτε χωρίς ανθρωποκεντρικά ερείσματα προσωπικού προορισμού έναντι χειραγωγούμενων προσανατολιστικών μεθοδεύσεων. Είναι, απεναντίας, ο συγκερασμός των ανθεκτικών και ζωογόνων καταβολών μιας μνημειώδους παράδοσης στην ιστορική της διαχρονία με τις δημιουργικές δυνάμεις και τις γόνιμες δυνατότητες κάθε άλλου πολιτισμού.
Ποιος θα μπορούσε, όμως, να διαφωνήσει με τις παραινετικές του διαπιστώσεις από την εν πολλοίς αρνητική παρούσα εικόνα του Ελληνισμού αλλά και τα τραγικά αδιέξοδα ενός ανερμάτιστου κόσμου, όπως συζητήθηκαν κατά το περσινό έτος του 10ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, στο πλαίσιο του οποίου είχε επισημάνει μεταξύ άλλων: «Η δημοκρατία αυτοπροστατεύεται όχι με περισσότερη αλλά ουσιαστικότερη δημοκρατία. Έχει σημασία αυτή τη στιγμή, έχουν χαθεί μέτρα και σταθμά και ο κίνδυνος είναι ακριβώς από πολίτευμα να μεταβληθεί σε καθεστώς εξ ου και με τις διάφορες αλλαγές και τα ρεύματα τα οποία δημιουργούνται και αναπτύσσονται σήμερα στον κόσμο γιατί ήδη η δημοκρατία είχε πάρει την κατηφόρα με τον δικαιωματισμό. Ο δικαιωματισμός είναι μια έμμεση μορφή ισότητας, η οποία δεν αναγνωρίζει την ανομοιότητα. […] Γιατί το γεγονός ότι “όλα μπορεί να είναι όλα” σημαίνει ότι δεν έχει νόημα η συνείδηση. Η συνείδηση είναι διακριτικό πεδίο και αξιολογικό πεδίο ταυτοχρόνως. Δεν μπορούμε να τα χάσουμε. Είναι σαν να πετάμε τους Δελφούς στα σκουπίδια.».
Tα ως άνω μηνύματα από τις ώριμες σκέψεις και τα σημεία αναφοράς της φιλοσοφικής κοσμοθεωρίας του Στέλιου Ράμφου πυροδοτούν το έναυσμα μιας επαρκούς μελέτης και ενδελεχούς εμβάθυνσης στις σελίδες του αξιομνημόνευτου έργου του.