Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ισραήλ και Ελλάδα ανεβάζουν σε νέο επίπεδο την ταχέως διευρυνόμενη αμυντική τους συνεργασία, με μια συμφωνία ύψους 3 δισ. ευρώ, βάσει της οποίας το Ισραήλ θα αναπτύξει ένα πολυεπίπεδο δίκτυο αεράμυνας για την Ελλάδα. Το ισραηλινό υπουργείο Άμυνας χαρακτήρισε τη συμφωνία ως τη μεγαλύτερη αμυντική εξαγωγική συμφωνία στην ιστορία των σχέσεων των δύο χωρών. Το σύστημα «Ασπίδα του Αχιλλέα» θα συνδυάζει ισραηλινές πλατφόρμες αναχαίτισης πυραύλων, ραντάρ και συστήματα διοίκησης, με στόχο την προστασία της Ελλάδας από βαλλιστικούς πυραύλους, αεροσκάφη και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.*

Με 19 ελληνικές εταιρείες να συμμετέχουν ήδη και περισσότερα από 750 εκατ. ευρώ του προγράμματος να αναμένεται να διοχετευθούν στην ελληνική αμυντική βιομηχανία, η Αθήνα δεν προχωρά απλώς στην αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού. Εμβαθύνει μια ολοένα και πιο στενά διασυνδεδεμένη στρατηγική και βιομηχανική συνεργασία με το Ισραήλ.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις ασφαλείας, ιδίως σε σχέση με την Τουρκία, και η κυβέρνηση παρουσιάζει την επένδυση των 3 δισ. ευρώ ως μέρος ενός πολύ ευρύτερου προγράμματος εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων. Σύμφωνα με το Reuters, η Ελλάδα σχεδιάζει αμυντικές επενδύσεις ύψους περίπου 28 δισ. ευρώ έως το 2036, ενώ οι αμυντικές δαπάνες ανέρχονται σήμερα σε περίπου 3,5% του ΑΕΠ. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο αυτές οι ανησυχίες δικαιολογούν την περαιτέρω εμβάθυνση της συνεργασίας με το Ισραήλ, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτοφανή διεθνή έλεγχο.

Το μέγεθος της συμφωνίας είναι από μόνο του σημαντικό. Η χρονική συγκυρία και το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συνάπτεται, όμως, της προσδίδουν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Η Ελλάδα, κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εισέρχεται σε μια μεγάλης κλίμακας και μακροπρόθεσμη αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ σε μια στιγμή κατά την οποία η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές διεθνείς κατηγορίες για τη δράση της στη Γάζα, τη Συρία, τον Λίβανο και τη Δυτική Όχθη.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση κινηθεί προς την αναστολή της συμφωνίας σύνδεσής της με το Ισραήλ, ως απάντηση σε παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στις 13 Ιουλίου, οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ τάχθηκαν με συντριπτική πλειοψηφία υπέρ της επιβολής κυρώσεων στο εμπόριο με ισραηλινούς εποικισμούς στη Δυτική Όχθη. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών (ECI) «Justice for Palestine» συγκέντρωσε περίπου 1,3 εκατομμύρια υπογραφές Ευρωπαίων πολιτών, ζητώντας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την πλήρη αναστολή της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ–Ισραήλ λόγω των τεκμηριωμένων παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα παλαιστινιακά εδάφη και της γενοκτονίας στη Γάζα. Πέρα από τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου, το ανθρώπινο κόστος των ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων είναι τεράστιο: από τον Οκτώβριο του 2023, περισσότεροι από 73.000 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί στη Γάζα, περισσότεροι από 1.000 στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη και σχεδόν 9.000 άνθρωποι στον Λίβανο.

Η Εξεταστική Επιτροπή του ΟΗΕ, σειρά οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η μεγαλύτερη διεθνής ένωση μελετητών της γενοκτονίας έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το Ισραήλ έχει διαπράξει γενοκτονία στη Γάζα. Το Ισραήλ απορρίπτει την κατηγορία.

Η Ελλάδα θα μπορούσε, επομένως, να βρεθεί να εμβαθύνει τη διμερή στρατιωτική και βιομηχανική συνεργασία της με το Ισραήλ ακριβώς τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό δεν θα δημιουργούσε απλώς μια διπλωματική αντίφαση· θα μπορούσε να εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη συνέπεια της ελληνικής στάσης απέναντι στην κοινή εξωτερική πολιτική της ΕΕ και στις αρχές που διέπουν τις σχέσεις ΕΕ–Ισραήλ. Εάν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κρίνουν τελικά ότι η συμπεριφορά του Ισραήλ δικαιολογεί ουσιαστικούς περιορισμούς, η Αθήνα ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με τη δύσκολη πραγματικότητα μιας μακροπρόθεσμης αμυντικής δέσμευσης με ένα κράτος του οποίου τις ενέργειες η ΕΕ επιδιώκει να περιορίσει ή να θέσει υπό κυρώσεις.

Το δυσκολότερο ερώτημα είναι τι είναι διατεθειμένη να διακυβεύσει η Ελλάδα στο όνομα αυτής της ασφάλειας.

Πρώτα απ’ όλα, αυτό που ενδέχεται να διακυβεύεται είναι η δυνατότητα της Ελλάδας να διατηρήσει μια αξιόπιστη και ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Τοποθετώντας το Ισραήλ στο επίκεντρο ενός τόσο σημαντικού τμήματος της μελλοντικής αμυντικής της αρχιτεκτονικής, η Αθήνα δεν αγοράζει απλώς μια σειρά οπλικών συστημάτων. Ενισχύει μια στρατηγική σχέση με μια κυβέρνηση της οποίας η δράση την έχει φέρει σε ολοένα μεγαλύτερη αντιπαράθεση με τμήματα της διεθνούς κοινότητας.

Η συμφωνία των 3 δισ. ευρώ έχει, συνεπώς, ένα διπλωματικό κόστος που δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο σε ευρώ. Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα παρουσιάζει τον εαυτό της ως πυλώνα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο και ως συνεπές μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η απόφασή της να εμβαθύνει τους στρατιωτικούς δεσμούς με το Ισραήλ κινδυνεύει να υπονομεύσει την αξιοπιστία αυτής της θέσης. Εάν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις κινηθούν προς την επιβολή αυστηρότερων περιορισμών στο Ισραήλ, η Ελλάδα θα μπορούσε να βρεθεί στην ανάγκη να συμβιβάσει τις υποχρεώσεις και τις πολιτικές της δεσμεύσεις εντός της ΕΕ με μια ολοένα και πιο παγιωμένη διμερή σχέση με το Ισραήλ.

Υπάρχει, επίσης, το λιγότερο άμεσα ορατό ζήτημα της στρατηγικής αυτονομίας. Η ελληνική κυβέρνηση παρουσιάζει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως μέσο ενίσχυσης της εθνικής ασφάλειας. Ωστόσο, το σύστημα θα βασίζεται σε ισραηλινή τεχνολογία, ισραηλινή τεχνογνωσία και σε μια αρχιτεκτονική συστημάτων σχεδιασμένη από το Ισραήλ. Αυτό δημιουργεί ένα δύσκολο ενδεχόμενο: στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει μεγαλύτερη προστασία απέναντι σε εξωτερικές απειλές, η Ελλάδα μπορεί ταυτόχρονα να καταστεί περισσότερο εξαρτημένη από ένα άλλο κράτος για την τεχνολογία πάνω στην οποία θα στηρίζεται η ίδια της η άμυνα.

Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσο τα ισραηλινά συστήματα είναι επιχειρησιακά ικανά, αλλά κατά πόσο η Ελλάδα θα μπορεί να διατηρεί πλήρη έλεγχο του συστήματος — συμπεριλαμβανομένων του λογισμικού, της συντήρησης, των αναβαθμίσεων, των αλυσίδων εφοδιασμού και της μελλοντικής του ανάπτυξης. Στρατηγική αυτονομία δεν σημαίνει απλώς κατοχή προηγμένων οπλικών συστημάτων. Σημαίνει διατήρηση της δυνατότητας μιας χώρας να τα λειτουργεί και να τα υποστηρίζει ανεξάρτητα, ακόμη και όταν οι πολιτικές σχέσεις με τον προμηθευτή επιδεινώνονται. Υπό αυτή την έννοια, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» ενδέχεται τελικά να φέρει την Ελλάδα αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά ενδεχομένως μικρότερη ελευθερία να αποστασιοποιηθεί από το κράτος που τις παρέχει.

Η βαθύτερη ανησυχία, ωστόσο, αφορά το τι σημαίνει για την Ελλάδα η εμβάθυνση μιας αμυντικής σχέσης με ένα κράτος που έχει κατηγορηθεί από διεθνείς οργανισμούς για τη διάπραξη γενοκτονίας. Σε ανακοίνωσή του τον Ιούνιο του 2026, ο ΟΗΕ ανέφερε ότι οι ισραηλινές αρχές και δυνάμεις ασφαλείας συνέχιζαν να διαπράττουν γενοκτονία και άλλα εγκλήματα μαζικής θηριωδίας. Παρότι το Ισραήλ εξακολουθεί να απορρίπτει αυτές τις κατηγορίες, η ύπαρξή τους προσδίδει εντελώς διαφορετική βαρύτητα στην απόφαση σύναψης μιας αμυντικής συμφωνίας ύψους 3 δισ. ευρώ με τη χώρα.

Δεν πρόκειται απλώς για την αγορά τεχνολογίας από ένα αμφιλεγόμενο κράτος. Τίθεται ένα ευρύτερο ερώτημα: μπορούν —ή πρέπει— τα εμπορικά και στρατηγικά συμφέροντα να διαχωρίζονται από τη συμπεριφορά του κράτους με το οποίο η Ελλάδα επιλέγει να συνεργάζεται; Δεσμευόμενη σε μια μακροπρόθεσμη στρατιωτική συνεργασία σε μια περίοδο κατά την οποία το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με τόσο σοβαρές κατηγορίες, η Ελλάδα κινδυνεύει να στείλει το μήνυμα ότι τα στρατηγικά συμφέροντα μπορούν να υπερισχύσουν της λογοδοσίας και ότι υπάρχουν περιστάσεις υπό τις οποίες οι οικονομικοί υπολογισμοί και οι ανάγκες ασφαλείας υπερτερούν των αρχών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου, τις οποίες η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της ΕΕ, οφείλει να προασπίζεται.

Τελικά, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι κάτι περισσότερο από μια αμυντική συμφωνία ύψους 3 δισ. ευρώ. Αποτελεί πολιτική επιλογή για το ποιους εταίρους είναι διατεθειμένη να στηρίξει η Ελλάδα και ποιες αρχές είναι διατεθειμένη να υπερασπιστεί. Η Ελλάδα έχει θεμιτές ανησυχίες για την ασφάλειά της. Η επιδίωξη, όμως, αυτής της ασφάλειας μέσω της εμβάθυνσης της στρατιωτικής συνεργασίας με το Ισραήλ, εν μέσω σοβαρών κατηγοριών για παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου και γενοκτονία στη Γάζα, συνεπάγεται πολιτικό και ηθικό κόστος.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν η Ελλάδα πρέπει να προστατεύσει τον εαυτό της, αλλά τι είναι διατεθειμένη να διακυβεύσει στην επιδίωξη αυτής της ασφάλειας. Επιλέγοντας να εμβαθύνει τη σχέση της με το Ισραήλ αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η Ελλάδα κινδυνεύει να θυσιάσει τη διπλωματική της αξιοπιστία, τη στρατηγική της αυτονομία και τη δέσμευσή της στις αρχές που δηλώνει ότι προασπίζεται ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.