Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣε μια χώρα που εξακολουθεί να ζει με την κατοχή, η επίδειξη στρατιωτικής ισχύος έχει ιδιαίτερο βάρος. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει τις παρελάσεις από ένα εύλογο ερώτημα: Τι ακριβώς προσφέρουν εν έτει 2026;
Πράσινοι μπερέδες, όπλα περασμένα στο στήθος, πρόσωπα αυστηρά στραμμένα προς την εξέδρα των επισήμων, καταδρομείς και ΟΥΚάδες με υψηλό παράστημα, άνδρες της Διοίκησης Ναυτικού, της Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής, της Αεροπορίας κ.ά., η επίσημη παρουσίαση των νέων drones και του αντιαεροπορικού συστήματος Barak MX, ενώ πάνω από τη λεωφόρο Ιωσήφ Χατζηιωσήφ διαπερνούν σε χαμηλές πτήσεις δύο ελληνικά F-16 Viper, καθώς ο Πέτρος Κωνσταντίνου, από το ΡΙΚ1 αντιπαραβάλλει τους Μυρμιδόνες του Αχιλλέα με το Βυζάντιο, την ΕΟΚΑ και το 1821 – στην οθόνη της τηλεόρασης την περασμένη Πέμπτη, στην 66η επέτειο της Κυπριακής Ανεξαρτησίας, η εικόνα αποκτά πρόσωπα, βηματισμό, δύναμη, παλληκαριά, όγκο και ήχο· μια χώρα, ακόμη διαιρεμένη, μετρά έναν ακόμη χρόνο ζωής, επιδεικνύοντας τα μέσα με τα οποία φιλοδοξεί να προστατεύσει τους επόμενους.
Και τους μεθεπόμενους. Αν χρειαστεί.
Το ερώτημα μπορεί να τεθεί χωρίς να μετατραπεί αμέσως σε εξέταση πατριωτικών φρονημάτων – κι ούτε είναι αυτός ο σκοπός: Πόσο αναγκαίες είναι, τελικά, οι στρατιωτικές παρελάσεις το 2026;
Εκείνος που συγκινείται βλέποντας τη σημαία δεν είναι κατ’ ανάγκην πολεμοχαρής, αλλά, από την άλλη, κι εκείνος που αμφισβητεί τη χρησιμότητα της τελετής δεν υποτιμά αυτομάτως όσους φορούν τη στολή.
Άλλωστε, στην Κύπρο, ο προβληματισμός δεν ξεκινά tabula rasa, αφού η τουρκική εισβολή, η συνεχιζόμενη κατοχή και η διαίρεση του νησιού δίνουν στην έννοια της άμυνας διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που μπορεί να έχει σε μια χώρα χωρίς ανάλογη (και πρόσφατη) εμπειρία· η γραμμή κατάπαυσης του πυρός δεν είναι απλώς κεφάλαιο ενός σχολικού βιβλίου – είναι μέρος της καθημερινής μας γεωγραφίας και δίπλα μας.
Για πολλούς πολίτες, επομένως, η στρατιωτική παρέλαση λειτουργεί ως διαβεβαίωση ότι το κράτος παραμένει παρόν, οργανωμένο και αποφασισμένο να προστατεύσει την υπόστασή του. Αυτό είναι, ίσως, και το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της: Η δημόσια επιβεβαίωση μιας συλλογικής βούλησης.
Πέρα από τον εντυπωσιασμό
Οι κοινωνίες (και τα κράτη κατ’ επέκταση) χρειάζονται τελετές, κοινές αναφορές, στιγμές κατά τις οποίες η ιστορία αποκτά ορατή μορφή, αφού η μνήμη -η συλλογική ιστορική μνήμη- μεταδίδεται και μέσα από σύμβολα, ήχους, συναισθήματα.
Η απόρριψη αυτής της ανάγκης ως «απλοϊκής» ή «ξεπερασμένης» προφανώς παραγνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι συνδέονται με την κοινότητα του κράτους. Ιδίως όταν αυτή κουβαλά ακόμη το τραύμα της απώλειας. Επιπλέον, υπάρχει και η αναγνώριση της υπηρεσίας:
Πίσω από τους σχηματισμούς βρίσκονται στρατεύσιμοι, στελέχη, έφεδροι και οικογένειες κι η δημόσια παρουσία τους μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στις ένοπλες δυνάμεις και την κοινωνία – ένα χειροκρότημα δεν βελτιώνει τις συνθήκες υπηρεσίας ούτε διορθώνει τις ελλείψεις, μπορεί, όμως, να εκφράσει ευγνωμοσύνη για μια ευθύνη που παραμένει συχνά αθέατη τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου.
Ακόμη και η επίδειξη οπλικών συστημάτων έχει μια λογική που υπερβαίνει τον εντυπωσιασμό: Η αποτροπή προϋποθέτει να γνωρίζει ο δυνητικά επιτιθέμενος ότι μια επιθετική ενέργεια θα συναντήσει αντίσταση, γι’ αυτό και η δημόσια παρουσίαση αυτών των δυνατοτήτων μπορεί να υπηρετήσει αυτή την επικοινωνία, ενώ η συμμετοχή σ’ αυτήν και ξένων στρατιωτικών τμημάτων -όπως συνέβη φέτος- υπογραμμίζει αμυντικές σχέσεις.
Το «μήνυμα» απευθύνεται και πέρα από τις εξέδρες – χωρίς, βεβαίως, μια παρουσία σε παρέλαση να ισοδυναμεί με εγγύηση στρατιωτικής συνδρομής.
Η παρέλαση ως «καθρέφτης»
Θα ήταν επιπόλαιο να θεωρήσουμε τις στρατιωτικές παρελάσεις αποκλειστικό γνώρισμα αυταρχικών καθεστώτων, όπως αρκετοί υποστηρίζουν.
Η Γαλλία, για παράδειγμα, διατηρεί την παρέλαση της 14ης Ιουλίου στον πυρήνα της εθνικής της γιορτής, στις ΗΠΑ, όπου τέτοιες μεγάλες επιδείξεις είναι σπάνιες στην Ουάσιγκτον, πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2025 παρέλαση για τα 250 χρόνια του Στρατού, η Ρωσία οργανώνει τις παρελάσεις της 9ης Μαΐου για τη νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας, ενώ η Κίνα παρουσίασε τη στρατιωτική της ισχύ (με, ομολογουμένως, εντυπωσιακό τρόπο) τον Σεπτέμβριο του 2025, στην 80ή επέτειο της ήττας της Ιαπωνίας.
Αυτή η συνύπαρξη διαφορετικών πολιτευμάτων στην ίδια τελετουργική πρακτική -που δεν γίνεται τυχαία- δείχνει ότι η παρέλαση δεν έχει παντού το ίδιο νόημα – χρειάζεται να εξετάζουμε ποιος ελέγχει τη στρατιωτική ισχύ, σε ποιον λογοδοτεί και τι επιδιώκει να επικοινωνήσει, αφού η αναγνώριση της προσφοράς των ενόπλων δυνάμεων μπορεί να συνυπάρχει με την προβολή ενός και μόνον ηγέτη (σαφείς οι αναφορές). Γι’ αυτό και το όριο μεταξύ τους δεν παραμένει πάντοτε ευδιάκριτο.
Η πολιτική χρήση της συγκίνησης
Εδώ, αποκτά βάρος μια ένσταση της Αριστερής και αντιμιλιταριστικής κριτικής: Η τελετή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να παρουσιαστεί η εκάστοτε εξουσία ως αυτονόητη ενσάρκωση του έθνους και η συγκίνηση για τη σημαία να μετατραπεί σε πολιτικό «κεφάλαιο» (ή εκλογική «εξαργύρωση») των επισήμων (και της εκάστοτε εξουσίας, φυσικά). Το ζητούμενο, επομένως, είναι να μπορεί ο πολίτης να τιμά τον στρατιώτη, αλλά ταυτόχρονα να ελέγχει αυστηρά και την κυβέρνηση – να μη θεωρείται, δηλαδή, η διαφωνία του παραφωνία μέσα σε μια υποχρεωτικά ομόφωνη εθνική γιορτή.
Υπάρχει, άλλωστε, ένα λογικό άλμα που χρειάζεται να αποφύγουμε: Από την αναγκαιότητα της άμυνας δεν προκύπτει αυτομάτως η αναγκαιότητα της παρέλασης – ένας στρατός μπορεί να είναι αξιόμαχος χωρίς να παρελαύνει, ενώ, από την άλλη, μπορεί να παρελαύνει «σε άψογους σχηματισμούς» χωρίς αυτό να αποδεικνύει την επιχειρησιακή του επάρκεια. Η ακρίβεια του βηματισμού είναι ορατή. Η ποιότητα της διοίκησης, η συντήρηση, η εκπαίδευση και η ετοιμότητα όμως, απαιτούν άλλου είδους αξιολόγηση.
Οι ενστάσεις για τα πραγματικά «μηνύματα»
Ο κίνδυνος είναι να μπερδέψουμε την εικόνα της ασφάλειας με την ίδια την ασφάλεια. Παρακολουθήσαμε την Πέμπτη οπλικά συστήματα ικανά να προκαλέσουν υπερηφάνεια και εθνική ανάταση – δύσκολα, όμως, μπορεί να γνωρίζει κανείς πόσο αποτελεσματικά εντάσσονται σε ένα συνολικό σχέδιο άμυνας, αφού η εντυπωσιακή διέλευσή του δεν απαντά σε αυτό.
Γιατί αν η παρέλαση προσφέρει κυρίως καθησυχασμό, χωρίς να ενθαρρύνει την ενημέρωση και τη λογοδοσία, μπορεί να καλλιεργεί μια βεβαιότητα μεγαλύτερη από εκείνην που δικαιολογούν οι πραγματικές δυνατότητες.
Μια δεύτερη ουσιαστική ένσταση αφορά την εξοικείωση της κοινωνίας με την κουλτούρα των όπλων (την οποία επισημαίνει η αντιμιλιταριστική κριτική). Στην παρέλαση ο πόλεμος εμφανίζεται μέσα από την πιο «τακτοποιημένη» εικόνα του: Καθαρές στολές, πειθαρχημένοι σχηματισμοί, εντυπωσιακές μηχανές.
Όμως, οι ακρωτηριασμοί, οι εκτοπισμένοι, οι οικογένειες που διαλύονται από τις αιματηρές μάχες απουσιάζουν από το «κάδρο». Γι’ αυτό και η -εύλογη, προφανώς- υπερηφάνεια για την αμυντική ικανότητα μπορεί να διολισθήσει σε θαυμασμό για τα ίδια τα μέσα καταστροφής – μια κοινωνία με τη δική μας εμπειρία έχει ιδιαίτερο λόγο να διατηρεί αυτή τη διάκριση.
Τι μαθαίνει, λοιπόν, ένα παιδί βλέποντας ένα άρμα μάχης; Η απάντηση εξαρτάται από όσα του εξηγούμε εμείς οι ίδιοι. Μπορεί να μάθει ότι η ελευθερία απαιτεί προστασία και ευθύνη. Δεκτό. Μπορεί, όμως, να αποκομίσει και την εντύπωση ότι η εθνική αξία μετριέται, κυρίως, με όπλα.
Γι’ αυτό και μία τέτοια επέτειος χρειάζεται, παράλληλα, χώρο και για την ιστορική γνώση, τις ανθρώπινες μαρτυρίες, τη διπλωματία και την επεξήγηση για ειρηνική συνύπαρξη – οι στρατιωτικές παρελάσεις εξακολουθούν να έχουν θέση στη σημερινή Κύπρο (χωρίς να αποτελούν αυταπόδεικτη αναγκαιότητα ή θεσμό υπεράνω κριτικής) εφόσον έχουν μέτρο, σαφή αμυντικό χαρακτήρα και ουσιαστικό περιεχόμενο μνήμης· όταν η συγκίνηση συνοδεύεται από σκέψη και η αναγνώριση της υπηρεσίας αφήνει ακέραιο το δικαίωμα της αμφισβήτησης.
Στις 12:30, όταν πια η λεωφόρος Ιωσήφ Χατζηιωσήφ ξεκίνησε να αδειάζει, παρέμενε ουσιαστικό το ερώτημα: Τι ακριβώς προστατεύουν όλα αυτά τα όπλα που είδαμε μόλις;
Η απάντηση πρέπει να βρίσκεται στη ζωή που συνεχίζεται γύρω τους – στην ελευθερία, στην αξιοπρέπεια, στη δυνατότητα των ανθρώπων να σχεδιάζουν το αύριό τους χωρίς φόβο. Εκεί κρίνεται τελικά η ισχύς ενός κράτους.
Κι εκεί οφείλει να επιστρέφει κάθε παρέλαση, μόλις τελειώσει το χειροκρότημα.
Eλεύθερα, 04.10.2026