To 2009 μάθαμε, υποτίθεται, μετά από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η Βουλή μπορεί τελικά να μειώνει τα έσοδα του κράτους, με προτάσεις νόμου. Τότε είχε γίνει μεγάλο θέμα και υπήρξαν σημαντικές πολιτικές τοποθετήσεις πως με τη συγκεκριμένη ανατροπή επιβάλλεται πλέον να υπάρχουν πιο γερές συμμαχίες προεκλογικά, προκειμένου η δημοσιονομική πορεία της χώρας να μην τίθεται σε κίνδυνο. Καθώς η Βουλή και τα κόμματα με προτάσεις νόμου θα μπορούσαν στο εξής κατά το δοκούν να «κόβουν» έσοδα του κράτους.

Το σκηνικό που διαμορφώθηκε μετά το 2009, το οποίο ο μ. Δημήτρης Χριστόφιας περιέγραψε και με τη φράση «κυβερνώσα βουλή», δεν άλλαξε ευτυχώς κατά πολύ τα πράγματα ή τις αρμοδιότητες της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Το παρασκήνιο και το πάρε – δώσε από τα κόμματα συνεχίστηκε πάνω – κάτω το ίδιο, αν και πιο έντονο ενδεχομένως, διότι όλοι είχαν στο πίσω μέρος του μυαλού τους ότι μια πλειοψηφία κομμάτων στη Βουλή θα μπορούσε να αποστερήσει ανά πάσα στιγμή κρατικά έσοδα.

Μόλις προχθές, όμως, μάθαμε -και πάλι με απόφαση του Ανωτάτου- ότι τελικά η Βουλή δεν μπορεί να μειώσει έσοδα. Τουλάχιστον όχι αυτά που προέρχονται από τον ΦΠΑ, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε αντισυνταγματική την απόφαση της Βουλής που λήφθηκε τον Δεκέμβριο πέρσι, μετά από πρόταση νόμου, για μείωση του ΦΠΑ στο ρεύμα. Αν και το 2009 και πάλι η μείωση του εσόδων του κράτους προερχόταν από μείωση του ΦΠΑ. Εντούτοις, με τη νέα απόφαση του Ανωτάτου, που ήταν ομόφωνη, διευκρινίζεται πως είναι αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας να αποφασίζει για μείωση του συντελεστή ΦΠΑ, σε διαβούλευση και με την ΕΕ και κατ’ επέκταση η πράξη της Βουλής αντίκειται στην Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών.

Το ΥΠΟΙΚ έσπευσε να χαρακτηρίσει σημαντική την απόφαση-γνωμάτευση του δικαστηρίου και σωστά έπραξε, αναφέροντας πως «αποτελεί σταθμό και σημαντικό δεδικασμένο για το κυπριακό γίγνεσθαι και κατοχυρώνει τη διάκριση μεταξύ της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, επιτρέποντας στην εκτελεστική εξουσία να ασκεί απρόσκοπτα τα καθήκοντα που επιβάλλονται σε αυτή από το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Κεκτημένο, συνυπολογίζοντας πάντοτε όλα τα δεδομένα, υποχρεώσεις και τις συνεπακόλουθες οικονομικές συνέπειες». Υποχρεώσεις και οικονομικές συνέπειες που θα πρέπει, συμπληρώνουμε, να αποτελούν καθήκον όλων όσων ζητούν την ψήφο των πολιτών και να υπάρχει καθολική ευθύνη.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η νέα ανατροπή για το τι μπορεί να κάνει και τι όχι η Βουλή δεν τερματίζει την ανάγκη συνεννόησης και συμβιβασμών, αλλά αντίθετα μάς καλεί σε συλλογικό προβληματισμό, των πολιτών περιλαμβανομένων, καθώς με την ψήφο μας εκλέγονται τόσο η Κυβέρνηση όσο και τα κοινοβούλια.